Ἐπιλέγοντας συνομιλητή, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐπιλέγεις καὶ γιὰ ποιά πράγματα θὰ μιλήσεις. Ἔχοντας ὡς ἀθέατο συνομιλητὴ τὸν Ράμφο ἀπὸ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1992, μὲ ἐναλλασσόμενες παύσεις καὶ ἐπανόδους, εἶχα ἐπιλέξει μιὰ συζήτηση γιὰ ζητήματα τῆς συνείδησης καὶ τοῦ ἀνθρώπινου βιώματος.
Κάποια ἀπὸ αὐτὰ μοιάζουν σήμερα σχεδὸν ἀκαταλαβίστικα. Γιὰ ὁλόκληρα πλήθη ἀνθρώπων ποὺ, χωρὶς νὰ σηκώνουν κεφάλι, βρίσκονται συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα στὸν τροχὸ ἑνὸς παιχνιδιοῦ κυριαρχίας —μὲ τὰ πολλαπλά του ὑποκατάστατα, τὶς μικρές του ἱκανοποιήσεις καὶ τὶς ἀναπόφευκτες ἀπογοητεύσεις— τί νόημα μπορεῖ νὰ ἔχει νὰ μιλήσεις γιὰ ἀνθρώπους ποὺ κάποτε ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ μὴ θέλουν πιὰ τὴ ζωή τους;
Κι ὅμως, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιὰ ἀκραία προσωπικὴ ἐμπειρία. Στοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας, ἐκεῖ ὅπου συναντιοῦνταν ἑλληνικὲς φιλοσοφικὲς παραδόσεις, ἰουδαϊκὲς γραμματεῖες καὶ ποικίλες θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου, ἐμφανίστηκαν ὁμάδες ἀνθρώπων, ποὺ ἀργότερα περιγράφηκαν κάτω ἀπὸ τὸν γενικὸ ὅρο «Γνωστικισμός», μέσα στὶς ὁποῖες ἡ ἀγωνία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ ἡ δυνατότητα γιὰ λύτρωση προσέλαβε πρωτόγνωρες μορφές.
Ἦταν ἄνθρωποι ποὺ δὲν ζητοῦσαν ἁπλῶς νὰ κρατηθοῦν ἀπὸ τὴν παρηγοριὰ μιᾶς μεσσιανικῆς ἐξέλιξης τῆς ἱστορίας. Εἶχε γεννηθεῖ μέσα τους ἡ ὑποψία —ἢ ἡ βεβαιότητα— ὅτι ἡ λύτρωση δὲν μποροῦσε νὰ βρεθεῖ μέσα στὴν ἱστορία. Ἄρχισαν νὰ βιώνουν τὴν ὕπαρξή τους ὡς παγιδευμένη σὲ μιὰ τάξη πραγμάτων ποὺ δὲν τῆς ἀντιστοιχοῦσε. Καὶ ἡ λύτρωση ἔπαψε νὰ νοεῖται ὡς βελτίωση τοῦ κόσμου· γιὰ ὁρισμένες ἀπὸ αὐτὲς τὶς παραδόσεις πῆρε τὴ μορφὴ μιᾶς ριζικῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν τροπή, ἤδη μέσα στὰ κείμενα τοῦ Πλάτωνα ὑπῆρχε μιὰ ἀπάντηση. Αὐτὸ συνειδητοποίησα, ὅταν συνάντησα τὸν Ράμφο τὸ 1992.
Ἦταν μιὰ ζεστὴ Δευτέρα τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1992. Μαζὶ μὲ φίλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ φίλος καὶ εὐεργέτης μου, κορυφαῖος ἁγιογράφος Γιῶργος Κοψιδᾶς, εἴχαμε πάει ὁλοήμερη ἐκδρομὴ στὴν Αἴγινα. Γυρίζοντας τὸ ἀπομεσήμερο, ἔχοντας πάρει τὸν ἠλεκτρικὸ ἀπὸ τὸν Πειραιά, ἀντὶ νὰ πάω μέχρι τὰ Πατήσια γιὰ νὰ ξεκουραστῶ, κατέβηκα στὴν Ὀμόνοια. Ἦταν ἕξι τὸ ἀπόγευμα καὶ βρέθηκα μέσα σὲ μιὰ κατάμεστη αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, μὲ τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ ἀπαλύνουν λίγο τὴ ζέστη. Ὁ Στέλιος ξεκινοῦσε τὶς παραδόσεις ἐκείνης τῆς χρονιᾶς —δωρεὰν τότε— μὲ θέμα τὸν Φαῖδρο τοῦ Πλάτωνα. Μὲ τὴν ἑρμηνεία του, ὁ Πλάτων ἄρχισε νὰ ἀναδύεται μπροστά μου ὡς ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἐπιχειρήσει νὰ ἀπαντήσουν στὸ ἐρώτημα: ὅταν ὅλα ὅσα θεωροῦνταν σταθερὰ γίνουν ἀβέβαια ἢ χαθοῦν, πῶς εἶναι δυνατόν νὰ ὑπάρξει ἕνας «τόπος» ὅπου νὰ μπορεῖ νὰ σταθεῖ ὁ ἄνθρωπος;
Τὰ τελευταῖα χρόνια, οἱ ἐπιλογές του μᾶς ὁδήγησαν σὲ μιὰ μεταξύ μας σιωπή, χωρὶς νὰ ἔχει μεσολαβήσει κάποια σύγκρουση. Ὡστόσο, δὲν ἔπαψε νοητὰ νὰ εἶναι συνομιλητής. Καὶ τώρα, μὲ τὸν θάνατό του, εἶναι ἀκόμη περισσότερο. Μὲ κάποια πρόσωπα ἡ συνομιλία δὲν σταματᾶ, ἀκόμη κι ὅταν πεθάνουν. Ἡ συνέχισή της μοιάζει μὲ νῆμα ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ὁδηγὸς μέσα στὸν σύγχρονο λαβύρινθο.

