Μία ἐπιφυλλίδα τῆς Ν. Μπαστέα στὰ Νέα, μὲ τὸν τίτλο «Φιλόσοφοι, οἱ νέοι Ροκ Σταρ», πυροδότησε μία σειρὰ ἀντιδράσεων καὶ σχετικῶν τοποθετήσεων. Ἀνάμεσά τους ξεχωρίζει ἐκείνη τῆς Βάσως Κιντή, ἡ ὁποία ἀνέλαβε νὰ διευκρινίσει ποιοὶ ἀπὸ τοὺς διανοουμένους ποὺ ἀναφέρει ἡ Μπαστέα εἶναι καὶ ποιοὶ δὲν εἶναι φιλόσοφοι. Ἡ ἐτυμηγορία της εἶναι ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀναφερόμενους φιλόσοφος εἶναι ὁ Michael Sandel, ἐνῶ δὲν εἶναι ὁ Harari, ἡ Butler, ὁ Žižek καὶ ὁ Byung-Chul Han.
Τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Κιντή εἶναι συνοπτικά. Θὰ σταθῶ ἐδῶ μόνο σὲ ἐκεῖνα ποὺ ἀφοροῦν στὸν Žižek, ἀφήνοντας τοὺς ὑπολοίπους γιὰ μία ἄλλη φορά. Ὁ πρῶτος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴν Κιντή, ὁ Žižek δὲν εἶναι φιλόσοφος εἶναι ὅτι κάνει πολιτικὴ καὶ χρησιμοποιεῖ τὴ φιλοσοφία γιὰ νὰ τὴν ὑπηρετήσει. Ὁ δεύτερος εἶναι ὅτι δὲν συνομιλεῖ μὲ τὴν παράδοση τῆς φιλοσοφίας οὔτε μὲ τὴ σύγχρονη φιλοσοφικὴ κοινότητα, ἀλλὰ ἀπευθύνεται σὲ ἕνα εὐρὺ κοινό, τὸ ὁποῖο μάλιστα ἐπιχειρεῖ νὰ χειραγωγήσει. Ὁ τρίτος εἶναι ὅτι, ἐνῶ ὁ φιλόσοφος ἐπιτρέπει τὴν κριτικὴ τῶν ἀπόψεών του, ὁ Žižek ἀνήκει σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν τὴν ἐπιτρέπουν.
Καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς προϋποθέσεις μοῦ φαίνονται προβληματικές.
Πρῶτον, τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνας φιλόσοφος ἀσχολεῖται μὲ τὴν πολιτικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ κριτήριο ἀποκλεισμοῦ του ἀπὸ τὴ φιλοσοφία. Ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλη μέχρι τὸν Hobbes, τὸν Hegel καὶ τὸν Marx, ἡ πολιτικὴ φιλοσοφία δὲν ἀποτελεῖ κάποιο ξένο σῶμα ποὺ προστέθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων στὴ φιλοσοφία. Οὔτε ὁ Πλάτων ἔπαυε νὰ εἶναι φιλόσοφος, ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὴν πόλη, οὔτε ὁ Hobbes ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὴν κυριαρχία, οὔτε ὁ Marx ὅταν ἀσκοῦσε πολιτικὴ κριτικὴ στὸν καπιταλισμό.
Δεύτερον, εἶναι δύσκολο νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Žižek δὲν συνομιλεῖ μὲ τὴ φιλοσοφικὴ παράδοση. Θὰ ἀρκοῦσε, γιὰ παράδειγμα, νὰ ἀνοίξει κανεὶς τὸ Ὑψηλὸ ἀντικείμενο τῆς ἰδεολογίας γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι βρίσκεται μπροστὰ σὲ μία ἐξαιρετικὰ πυκνὴ συνομιλία μὲ τὸν Hegel, τὸν Marx, τὸν Kant, τὸν Althusser καὶ τὸν Lacan. Τὸ ἴδιο τὸ ἐγχείρημα τοῦ βιβλίου εἶναι νὰ ἐπανασυνδέσει τὴ μαρξιστικὴ κριτικὴ τῆς ἰδεολογίας μὲ τὴ λακανικὴ ψυχανάλυση καὶ νὰ ἐπανερμηνεύσει τὸν Hegel μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση. Μπορεῖ κανεὶς νὰ διαφωνήσει μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Žižek διαβάζει τὸν Hegel, τὸν Marx ἢ τὸν Lacan. Αὐτὸ ὅμως εἶναι κριτικὴ στὴ φιλοσοφία του καὶ ὄχι ἀπόδειξη τῆς ἀνυπαρξίας της.
Τρίτον, δὲν καταλαβαίνω ἀκριβῶς τί σημαίνει ὅτι ὁ Žižek «δὲν ἐπιτρέπει τὴν κριτική» τῶν ἀπόψεών του. Κάθε πανεπιστημιακὸς καθηγητὴς ποὺ διατυπώνει μία θεωρία καὶ δημοσιεύει ἕνα βιβλίο ἐκθέτει τὶς ἀπόψεις του στὴν κριτική. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Žižek. Καὶ μάλιστα ἡ σκέψη του ἔχει ἀποτελέσει ἀντικείμενο τεράστιας κριτικῆς, τόσο ἀπὸ φιλοσόφους ὅσο καὶ ἀπὸ θεωρητικοὺς τῆς πολιτικῆς, τῆς ψυχανάλυσης καὶ τῆς κοινωνικῆς θεωρίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ἔχει ἕναν ἰδιαίτερα ἐπιθετικὸ ἢ προκλητικὸ τρόπο ἀντιπαράθεσης δὲν μετατρέπει τὶς θέσεις του σὲ μὴ κριτικὰ ἐλεγχόμενες.
Ἔχοντας αὐτὰ ὑπὸψη, θὰ ἔλεγα ὅτι ὑπάρχει ἕνας κίνδυνος: νὰ μετατρέψουμε τὴ φιλοσοφία σὲ ἕνα εἶδος ἐπαγγελματικῆς συντεχνίας, στὴν ὁποία προηγουμένως ἀποφασίζουμε ποιὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ὀνομάζεται φιλόσοφος καὶ ὕστερα ἐξετάζουμε τί εἶπε. Ἴσως θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ κάνουμε τὸ ἀντίστροφο. Νὰ δοῦμε τί λέει ὁ Žižek. Ποιὸ εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς θεωρίας του καὶ μὲ ποιὲς κρίσεις σύγχρονων ζητημάτων συνδέεται. Καὶ ἐδῶ, ἐνδιαφέρον ἔχει ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ ἴδια ἡ Κιντὴ ἀναγνωρίζει οὐσιαστικὰ τὴ σημασία τοῦ Žižek. Ἂν λοιπὸν εἶναι σημαντικός, τότε αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι νὰ κερδίσουμε μία μάχη ταξινόμησης —«φιλόσοφος» ἢ «μὴ φιλόσοφος»— ἀλλὰ νὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ αὐτὸ ποὺ λέει.
Ἡ φιλελεύθερη στρατηγικὴ συμπερίληψης, ἰδίως ἀπὸ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰώνα, βασίστηκε ὅλο καὶ περισσότερο στὴν ἀναγνώριση ἐπιμέρους ταυτοτήτων καὶ στὴν ἐνσωμάτωσή τους στὸ εὐρύτερο κοινωνικὸ καὶ θεσμικὸ πλαίσιο. Παράλληλα, ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τῆς σύγχρονης ἀριστερῆς σκέψης μετατόπισε τὴν ἔμφασή του στὴν πολιτικοποίηση τῆς διαφορᾶς, μετατρέποντας τὶς ἐπιμέρους ταυτότητες σὲ πεδία ἀντιπαράθεσης μὲ τὶς δομὲς ἐξουσίας.
Ὡστόσο, ἕνα τμῆμα τῆς ἀριστερῆς διανόησης ὑποστηρίζει ὅτι ἡ πολλαπλότητα τῶν διαφορῶν δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει τὸν τελικὸ ὁρίζοντα τῆς χειραφέτησης. Ἡ κριτική, ἐπομένως, δὲν περιορίζεται στὴ διαχείριση ἢ τὴν ἀναγνώριση τῶν διαφορῶν, ἀλλὰ στρέφεται πρὸς τὴν ἀναζήτηση μιᾶς εὐρύτερης, καθολικῆς χειραφέτησης. Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι ἁπλῶς πῶς θὰ ἀναγνωριστοῦν περισσότερες ταυτότητες μέσα στὴν ὑπάρχουσα κοινωνικὴ τάξη, ἀλλὰ ἂν ἡ ἴδια ἡ κοινωνικὴ τάξη ποὺ παράγει καὶ ὀργανώνει αὐτὲς τὶς διαφορὲς μπορεῖ νὰ παραμείνει ἀδιαμφισβήτητη. Ἡ σύγκρουση δὲν ὀργανώνεται, συνεπῶς, πρωτίστως γύρω ἀπὸ ταυτότητες, ἀλλὰ γύρω ἀπὸ δομικὲς ἀντιφάσεις ποὺ ἀπαιτοῦν συνολικὴ ἀνασύνθεση τοῦ κοινωνικοῦ.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἐκφραστὲς αὐτῆς τῆς ἀριστερῆς κριτικῆς εἶναι ὁ Slavoj Žižek. Σὲ ἀντίθεση μὲ προσεγγίσεις ποὺ ὀργανώνουν τὸ πολιτικὸ γύρω ἀπὸ τὴν ταυτότητα, τὴ συμπερίληψη καὶ τὸν σεβασμὸ τῆς ἑτερότητας, ὁ Žižek ὑποστηρίζει ὅτι τὸ κεντρικὸ διακύβευμα παραμένει ὁ ἀνταγωνισμός, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται τὸ θεμελιῶδες ρῆγμα τοῦ κοινωνικοῦ. Ἡ πολιτικὴ πράξη συνίσταται, συνεπῶς, στὴν ἀνάληψη καὶ πολιτικοποίηση αὐτοῦ τοῦ ρήγματος.
Σὲ ἀντίθεση μὲ μία κλασικὴ μαρξιστικὴ ἀντίληψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ προλεταριάτο, λόγω τῆς θέσης του στὶς σχέσεις παραγωγῆς, ἀποτελεῖ τὸν προνομιακὸ φορέα τῆς ἐπαναστατικῆς ἀλλαγῆς, ὁ Žižek ὑποστηρίζει ὅτι τὸ ἐπαναστατικὸ πολιτικὸ ὑποκείμενο δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἐκ τῶν προτέρων δεδομένο. Ὁ φορέας τῆς πολιτικῆς ἀλλαγῆς δὲν ταυτίζεται ἀναγκαστικὰ μὲ μία συγκεκριμένη κοινωνικὴ τάξη, ἀλλὰ συγκροτεῖται μέσα ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς πολιτικὲς συγκρούσεις ποὺ ἀποκαλύπτουν τὸν κοινωνικὸ ἀνταγωνισμό. Τὸ πολιτικὸ ὑποκείμενο, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, δὲν προϋπάρχει ὡς σταθερὴ κοινωνικὴ κατηγορία, ἀλλὰ ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὴν πολιτικοποίηση τῶν ἀντιφάσεων τοῦ κοινωνικοῦ.
Ἡ θεωρία αὐτὴ εἶναι ὀξυδερκὴς ὡς πρὸς τὴν ἀνάδειξη τῆς ἐγγενοῦς ἀστάθειας τῆς κοινωνικῆς ὁλότητας. Παρουσιάζει, ὡστόσο, περιορισμένη ἱκανότητα ἀποτίμησης τῶν συγκεκριμένων πολιτικῶν συγκυριῶν. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ θετικὴ ἀνάγνωση τοῦ κινήματος Occupy Wall Street, στὸ ὁποῖο ὁ Žižek διέκρινε ὄχι ἁπλῶς μία διαμαρτυρία γιὰ ἐπιμέρους κοινωνικὰ ἢ οἰκονομικὰ αἰτήματα, ἀλλὰ τὴν ἐμφάνιση μιᾶς καθολικότερης ἀμφισβήτησης τῆς καπιταλιστικῆς τάξης πραγμάτων. Ἡ μεταγενέστερη ἐξέλιξη τοῦ κινήματος ἔδειξε, ὡστόσο, ὅτι ἐπρόκειτο περισσότερο γιὰ μία συγκυριακὴ κινητοποίηση, ἡ ὁποία δὲν κατόρθωσε νὰ συγκροτήσει σταθερὲς μορφὲς πολιτικῆς ὀργάνωσης οὔτε νὰ ἐπιφέρει δομικὸ μετασχηματισμὸ τῶν θεσμῶν. Παρόμοιες ἀμφιλεγόμενες κρίσεις ὁ Žižek ἔχει διατυπώσει καὶ γιὰ μία σειρὰ σύγχρονων πολιτικῶν ζητημάτων. Αὐτὸ θέτει ἕνα ὅριο στὴ θεωρία του, ὅταν μεταφέρεται ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς δομικῆς κριτικῆς στὴν ἀποτίμηση συγκεκριμένων πολιτικῶν ἐξελίξεων.
Τὸ ὅριο αὐτό, ὡστόσο, δὲν ἀναιρεῖ τὴ σημαντικὴ συμβολή του στὸ ἐπίπεδο τῆς θεωρίας τῆς ἰδεολογίας. Ὁ Ζίζεκ ἔχει, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἐπιτύχει μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἀνανεώσεις τῆς κριτικῆς τῆς ἰδεολογίας: συνδυάζοντας τὴ μαρξικὴ θεωρία μὲ τὴ λακανικὴ ψυχανάλυση, ἔδειξε ὅτι ἡ ἰδεολογία δὲν λειτουργεῖ ἁπλῶς ὡς ἕνα σύστημα ἰδεῶν ποὺ ἀποκρύπτει τὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν ἴδια τὴν ἀπόλαυση τοῦ ὑποκειμένου, μὲ τὸν τρόπο δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ὑποκείμενο προσδένεται στὴν πραγματικότητα ποὺ τὸ ὑποδουλώνει.
Ἐδῶ βρίσκεται ἴσως καὶ ἡ μεγάλη δύναμη τῆς σκέψης του, ἀλλὰ καὶ ἡ μεγάλη της ἀντίφαση. Διότι, ὅταν αὐτὴ ἡ ὀξυδερκὴς θεωρητικὴ σύλληψη μεταφέρεται στὸ ἐπίπεδο τῆς συγκεκριμένης πολιτικῆς ἀνάλυσης, συχνὰ φαίνεται νὰ χάνει ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ εἶχε προηγουμένως ἀποκαλύψει. Ἡ θεωρία τῆς ἰδεολογίας, ἀντὶ νὰ λειτουργεῖ ὡς ἐργαλεῖο γιὰ τὴν καλύτερη κατανόηση τῆς πολιτικῆς πραγματικότητας, ὑποχωρεῖ μπροστὰ σὲ ἐπιπόλαιες ἢ βεβιασμένες πολιτικὲς κρίσεις. Μαζί της ὑποχωρεῖ καὶ τὸ ἴδιο τὸ αἴτημα τῆς χειραφέτησης. Γιατί, ἂν τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο τῆς χειραφέτησης εἶναι ἡ δυνατότητα τοῦ ὑποκειμένου νὰ ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴ φαντασίωση τῆς κυριαρχίας καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντλεῖ ἀπὸ αὐτήν, τότε τὸ ἀποφασιστικὸ ἐρώτημα, στὸ ὁποῖο ὁ Žižek δὲν δίνει ἐπαρκὴ ἀπάντηση, εἶναι ποιά πολιτικὴ πράξη μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθεῖ πραγματικὰ σὲ αὐτὸ τὸ αἴτημα.
Αὐτό, λοιπόν, εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ: ὄχι τόσο ἂν ὁ Žižek εἶναι ἢ δὲν εἶναι φιλόσοφος, ἀλλὰ τί μᾶς ἐπιτρέπει νὰ κατανοήσουμε ἡ σκέψη του καὶ ποῦ ἀκριβῶς ἀποτυγχάνει νὰ μᾶς ὁδηγήσει παραπέρα. Ἡ φιλοσοφία, ἄλλωστε, δὲν κρίνεται ἀπὸ τὴν ταμπέλα της, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἱκανότητά της νὰ φωτίζει τὴν πραγματικότητα.

