Ὁ Kul Nesîmî ἦταν ἕνας ποιητὴς τῆς μυστικιστικῆς, ἰσλαμιστικῆς παράδοσης τῶν Μπεκτασήδων, ὁ ὁποῖος ἔζησε στὴ Μικρὰ Ἀσία τὸν 17ο αἰώνα. Μεταξὺ τῶν ποιημάτων του ξεχωρίζει τὸ Haydar (λιοντάρι, μεταφορικὰ ὁ Θεός). Ἀποτυπώνει τὴν πνευματικὴ μέθη, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ φαίνεται μὲν καταραμένος στὰ μάτια τοῦ κόσμου, ἐνῶ στὴν οὐσία εἶναι πραγματικὰ ἐλεύθερος.
Οἱ στίχοι τοῦ πρωτοτύπου εἶναι γραμμένοι στὰ ὀθωμανικὰ τουρκικά, κι ἐγὼ τοὺς ἀποδίδω ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μετάφραση κάπως ἐλεύθερα καὶ μὲ ὁμοιοκαταληξία:
Φόρεσα μονάχος μου τὰ ἐνδύματα τῆς συντριβῆς,
κι ἔσπασα στὴν πέτρα τὸν καθρέφτη τῆς ντροπῆς.
Κάποιες φορὲς ἀνεβαίνω ψηλὰ καὶ τὸν κόσμο κοιτάζω
κι ἄλλες φορὲς πάλι αὐτὸς μὲ κοιτᾷ, καθὼς βουλιάζω.
Βρῆκα καὶ πίνω τὸ κρασὶ τῆς μέθης
κι ἂς λένε ὅτι εἶναι ἀπαγορευμένο.
Μὲ ρώτησαν ἂν ἔτσι εἶμαι καλά,
μα τί ρωτάνε ἕναν κολασμένο;
Θεέ μου, Θεέ μου, τὸν κόσμο κοιτάζω.
Θεέ μου, Θεέ μου, ποιὸν πειράζω;

