Ἐνῷ συχνὰ ἡ συνεννόηση παραμένει ἀδύνατη ἀκόμη καὶ μετὰ ἀπὸ ἀμέτρητα ἐπιχειρήματα, σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἀρκεῖ ἕνα καὶ μόνο νεῦμα. Ἡ διαφορὰ φαίνεται νὰ ἔγκειται στὸ ἂν οἱ συνομιλητὲς μετέχουν ἢ ὄχι σὲ ἕνα βαθύτερο βίωμα ποὺ ὑπερβαίνει τὴν ἁπλὴ ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πρωτίστως ἕνα τέτοιο βίωμα.
Ἀμέσως ὅμως προκύπτει μιὰ ἔνσταση. Δὲν εἶναι ὅλα τὰ βιώματα ὑποκειμενικά; Καὶ ἂν εἶναι, μὲ ποιὸ κριτήριο μπορούμε νὰ διακρίνουμε ἕνα ἀληθινὸ βίωμα ἀπὸ μιὰ ἀκόμη ὑποκειμενικὴ ἐντύπωση; Τὸ κριτήριο δὲν βρίσκεται σὲ κάποια ἐξωτερικὴ ἀπόδειξη, ἀλλὰ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο συγκροτεῖται ἡ ἴδια ἡ ἐπιθυμία.
Σύγχρονες φιλοσοφικὲς καὶ ψυχαναλυτικὲς θεωρίες ἔχουν δείξει ὅτι ἡ ἐπιθυμία δὲν εἶναι ἕνα ἀμιγῶς φυσικὸ δεδομένο. Διαμορφώνεται μέσα στὴ γλῶσσα, στὸν πολιτισμὸ καὶ στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλλους. Ἐπιθυμοῦμε μέσα ἀπὸ τὰ νοήματα, τὰ πρότυπα καὶ τὶς ἀναγνωρίσεις ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ συμβολικὸς κόσμος στὸν ὁποῖο ἀνήκουμε.
Ὡστόσο, παρὰ τὴν ποικιλία τῶν συμβολικῶν συστημάτων, φαίνεται νὰ τὰ διατρέχει μιὰ κοινὴ φαντασίωση: ἡ φαντασίωση κυριαρχίας. Ἡ φαντασίωση αὐτὴ ἀποτυπώνεται μέσα στὶς ποικίλες πολιτισμικὲς ἐκφράσεις ἄλλοτε μὲ τὴ μορφὴ τῆς ἐπιτυχίας, ἄλλοτε τῆς ἀπόκτησης, ἄλλοτε τῆς κοινωνικῆς ἀναγνώρισης ἢ τῆς ταυτότητας κ.ο.κ.
Ἡ ὑπέρβαση αὐτῆς τῆς φαντασιώσεως συνιστᾶ μιὰ διέλευση, μὲ τὴν ὁποία τὰ σημαίνοντα τῆς κυριαρχίας ἀντικαθίστανται ἀπὸ τὰ σημαίνοντα τῆς συμφιλίωσης μὲ τὸ ἐλάχιστο καὶ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ πεπερασμένου. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ διάσταση καθιστᾶ δυνατὴ τὴ διάκριση τοῦ ἀληθινοῦ βιώματος ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ὑποκειμενικὰ βιώματα.
Ὁ Ἡράκλειτος ἔλεγε, «ὁ ἄναξ οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει». Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει μετοχὴ στὴν ἀλήθεια, ἀρκεῖ ἕνα μόνο νεῦμα. Ὅσοι ἔχουν μετοχὴ σὲ αὐτὸ τὸ βίωμα μποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν ἀμέσως. Ὅταν ὅμως αὐτὴ ἡ μετοχὴ ἀπουσιάζῃ, ἡ συζήτηση ἐκπίπτει σὲ ἀνταλλαγὴ ἐπιχειρημάτων χωρὶς πραγματικὴ συνάντηση. Τότε, ὅπως λέει καὶ τὸ Γεροντικό, «φεῦγε, σιώπα, ἡσύχαζε».

