Ἡ αἰχμαλωσία τοῦ βλέμματος

Ἀμέτρητες εἰκόνες κατακλύζουν τὴν καθημερινότητά μας. Ἡ τεχνολογία δὲν σταματᾶ νὰ ἐφευρίσκει καινούργια μέσα γιὰ τὴ διάδοσή τους. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι δύσκολα κατανοητὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι μέσα ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ παράγεται καὶ διαδίδεται ὁ ὀπτικός μας πολιτισμὸς ταυτόχρονα παράγεται καὶ διαμορφώνεται ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος βλέπει τὸν κόσμο καὶ ἀντιλαμβάνεται τὸν ἑαυτό του μέσα σὲ αὐτόν.

Ὁ σύγχρονος πολιτισμός, μέσα ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐνορχηστρώνει τὴν παραγωγὴ καὶ τὴ διάδοση τῶν εἰκόνων, εὐνοεῖ τὴν παραγωγὴ μιᾶς ὑποκειμενικότητας, ἡ ὁποία εἶναι πλήρως συμβατὴ μὲ τὴν κουλτούρα τῆς θελήσεως γιὰ κυριαρχία, ὅπως αὐτὴ ἐνσαρκώνεται ἀπὸ τὴν καπιταλιστικὴ οἰκονομικὴ ὀργάνωση. Οἱ εἰκόνες ποὺ μᾶς κατακλύζουν μαθαίνουν τὸ βλέμμα νὰ μετατρέπει τὸν κόσμο σὲ ἕνα σύνολο ἀντικειμένων πρὸς κατάκτηση. Ὑπόσχονται ὅτι ἡ εὐτυχία βρίσκεται σ᾿ ἕνα καινούργιο αὐτοκίνητο, σὲ μία βίλα μὲ θέα τὴ θάλασσα, σ᾿ ἕνα σῶμα χωρὶς ἀτέλειες. Οἱ εἰκόνες αὐτὲς δὲν μᾶς μαθαίνουν νὰ ποθοῦμε ἁπλῶς ἀντικείμενα, ἀλλὰ νὰ κατασκευάζουμε μία ταυτότητα. Τὰ πράγματα, οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτὸς ἀντιμετωπίζονται ὡς ἀντικείμενα ποὺ ὀφείλουν νὰ ὑπηρετήσουν τὴν ἀδιάκοπη ἀναζήτηση ἰσχύος, ἐπιτυχίας καὶ ἀναγνώρισης.

Μπορεῖ κάποιοι νὰ σκεφθοῦν ὅτι οἱ εἰκόνες ποὺ βρίσκονται μέσα στὶς θρησκευτικὲς παραδόσεις στέκονται στοὺς ἀντίποδες αὐτῆς τῆς κατάστασης. Κι ὅμως δὲν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Στὴν πλειονότητα αὐτῶν τῶν περιπτώσεων οἱ εἰκόνες μετατρέπονται σὲ αὐτὸ ποὺ ἡ ἀνθρωπολογία ὀνόμασε φετίχ. Δὲν εἶναι ἁπλῶς σύμβολα, ἀλλὰ ἀντικείμενα στὰ ὁποῖα ἀποδίδονται δυνάμεις ποὺ ὑπόσχονται στὸν ἄνθρωπο ἔλεγχο πάνω στὴν πραγματικότητα. Μέσω αὐτῶν ἐλπίζει κανεὶς νὰ ἐξασφαλίσει προστασία, ἐπιτυχία, ὑγεία, νίκη ἢ εὐημερία· μετατρέπονται σὲ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὶς φαντασιώσεις τῆς παντοδυναμίας καὶ τῆς κυριαρχίας. Ὅπως οἱ σύγχρονες εἰκόνες τῆς κατάλωσης διαμορφώνουν μία ταυτότητα ποὺ μετρᾶ τὴν ἀξία της μὲ τὴν κατοχή, ἔτσι καὶ ἡ φετιχιστικὴ θρησκευτικὴ εἰκόνα παράγει μία ταυτότητα ποὺ ἀναζητεῖ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν κυριαρχία. Ἡ ταυτότητα ποὺ συγκροτεῖται ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναζητεῖ τὸν ἔλεγχο τοῦ κόσμου, μόνο ποὺ τώρα χρησιμοποιεῖ θρησκευτικὰ σύμβολα γιὰ νὰ τὸ πετύχει.

Ὅλες αὐτὲς οἱ εἰκόνες αἰχμαλωτίζουν τὸ βλέμμα καὶ τὸ κάνουν νὰ βλέπει μέσα στὸν ὁρίζοντα ποὺ αὐτὲς διαμορφώνουν. Τὴν αἰχμαλωσία αὐτὴ τὴν ἔχει περιγράψει ὁ Régis Debray (Ρεζίς Ντεμπρέ) στὸ ἔργο του Vie et mort de l’image: Une histoire du regard en Occident (Ζωὴ καὶ θάνατος τῆς εἰκόνας: Μία ἱστορία τοῦ βλέμματος στὴ Δύση, Paris, Gallimard, 1992). Τὸ τρίτο κεφάλαιο αὐτοῦ τοῦ ἔργου ἔχει μεταφραστεῖ ἀπὸ τὸν Εὐάγγελο Δ. Νιάνιο, ἐκδόθηκε τὸ 2022 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Μανιφέστο μὲ τὸν τίτλο Ἐγκώμιο τῶν Εἰκόνων κι ἔχω γράψει σὲ αὐτὸ τὸν πρόλογο.

Ὁ Debray δὲν περιορίζεται νὰ περιγράψει τὴν αἰχμαλωσία. Θεωρεῖ ὅτι οἱ θρησκευτικὲς παραδόσεις εἶναι ἕνα νόμισμα ποὺ ἔχει δύο πλευρές. Οἱ θρησκευτικὲς μῆτρες μποροῦν νὰ γεννήσουν ὑποκειμενικότητες μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς αἰχμαλωσίας, ὡστόσο εἶναι δυνατόν νὰ γίνουν καὶ μῆτρες ὑποκειμενικοτήτων ποὺ θὰ ἐπιχειρήσουν μία διέλευση, μία διάβαση πρὸς τὴν περιοχή ἑνὸς ἄλλου βιώματος. Ὑπῆρξαν μύστες στὴ χριστιανικὴ παράδοση ποὺ ὑποστήριξαν τὴ διατήρηση τῶν εἰκόνων ἀπέναντι σὲ μία νευρωτικὴ ἀντίληψη ποὺ ἐπιδίωξε τὴν καταστροφή τους, καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἔκαναν γιὰ νὰ διατηρήσουν ἕνα φετιχιστικὸ ἀντικείμενο στὴν ὑπηρεσία τῶν φαντασιώσεων κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶδαν στὴν εἰκόνα μία ἄλλη δυνατότητα.

Ἡ ἄλλη δυνατότητα ἀναφέρεται σὲ μία εἰκόνα ποὺ δὲν ἐπιδιώκει νὰ αἰχμαλωτίσει τὸ βλέμμα στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπιφάνειας, ἀλλὰ νὰ τὸ κατευθύνει πρὸς τὸ βάθος. Μεταμορφώνει τὸ βλέμμα ἀπὸ ὄργανο ἀσκημένου ἀρπακτικοῦ σὲ γέφυρα μέθεξης. Ἡ διάκριση αὐτὴ συνοψίζει γιὰ τὸν Debray δύο διαφορετικοὺς τρόπους κατοίκησης τοῦ κόσμου· ὁ ἕνας ἐπιδιώκει τὴν κατοχὴ τῆς πραγματικότητας, ἐνῶ ὁ ἄλλος τὴ μέθεξη σ᾿ ἕνα νόημα ποὺ ὑπερβαίνει κάθε φαντασίωση κατοχῆς. Ἐνῶ ἡ ἀλλοτριωτικὴ εἰκόνα δελεάζει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ φαντασίωση νὰ γίνει Θεὸς μέσα στὸ παρόν, ἡ ἄλλη εἰκόνα τὸν καλεῖ νὰ ἀνακαλύψει τὸν Θεὸ μέσα στὸ παρόν καὶ νὰ παραδοθεῖ σ᾿ Αὐτόν. Σὰν τὴν εἰκόνα ποὺ εἶδε κάποτε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, καθὼς περπατοῦσε στὴν ἀκροθαλασσιά. Ἀντίκρισε ἕνα παιδὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ χωρέσει τὴ θάλασσα σὲ μία μικρὴ λακκούβα. Ἡ εἰκόνα δὲν αἰχμαλώτισε τὸ βλέμμα του, ἀλλὰ ἔδειξε τὴν αἰχμαλωσία του καὶ ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς διαφυγῆς.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *