Ὑπάρχει μία περίφημη φράση τοῦ Λούντβιχ Φόιερμπαχ (Ludwig Feuerbach): «Der Mensch ist, was er isst» (Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι τρώει). Ἀπό τὴ δεκαετία τοῦ 1990, τὸ δημόσιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν τροφὴ καὶ τὴ μαγειρικὴ γνώρισε ἐντυπωσιακὴ ἄνθηση. Ἡ ἰδιωτικὴ τηλεόραση ἀναζήτησε νέο περιεχόμενο, οἱ πρωινὲς ἐκπομπὲς ἐνσωμάτωσαν σταθερὲς στῆλες μαγειρικῆς καὶ ἡ γαστρονομία ἀναδείχθηκε σταδιακὰ σὲ ἰδιαίτερο πεδίο πολιτισμικῆς κατανάλωσης. Οἱ ἐκπομπὲς μαγειρικῆς, οἱ τηλεοπτικοὶ διαγωνισμοὶ καί, σήμερα, οἱ ἀτελείωτες εἰκόνες φαγητοῦ στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης μαρτυροῦν μία πολιτισμικὴ μετατόπιση.
Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ καθιστᾶ ἐμφανὲς κάτι ποὺ πάντοτε συνόδευε τὴν τροφή, ἀλλὰ σήμερα προβάλλεται μὲ πρωτοφανὴ ἔνταση: τὸ φαγητὸ δὲν ἀφορᾷ μόνο τὴ βιολογικὴ θρέψη. Ἔχει καταστεῖ, περισσότερο ἀπὸ ποτέ, φορέας ἐπιθυμιῶν, ταυτοτήτων καὶ φαντασιώσεων. Ἔτσι, ἡ ρήση τοῦ Φόιερμπαχ μπορεῖ νὰ διαβαστεῖ ὄχι μόνο μὲ στενὰ ὑλιστικοὺς ὅρους, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς ψυχικῆς οἰκονομίας καὶ τῶν τροφῶν τῆς ψυχικῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι τρώει, ὄχι μόνο ἐπειδὴ τὸ σῶμα του πλάθεται ἀπὸ τὶς τροφές, ἀλλὰ κι ἐπειδὴ ἡ ψυχή του διαμορφώνεται ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες, τὶς πεποιθήσεις, τὶς προσδοκίες καὶ τὶς ἐμμονές του. Ἔχουμε νὰ ποῦμε κάτι γι’ αὐτὸ τὸ «μενοῦ»; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει κάποια ὀπτική, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία νὰ ἀποτιμήσουμε τὶς τροφές του;
Ἡ φροϋδικὴ ὀπτικὴ ἀντιλαμβάνεται τὴν ψυχικὴ θρέψη μὲ ὅρους ὁμοιόστασης. Ἡ λίμπιντο πεινᾶ, ἀναζητᾶ τὸ ἀντικείμενο τῆς ἱκανοποίησης καί, ὅταν αὐτὸ ἀπουσιάζει, ἐπιστρατεύει ὑποκατάστατα, μετουσιώσεις ἢ συμπτώματα γιὰ νὰ κορέσει τὴν ἐνόρμηση. Πρόκειται γιὰ μιὰ κατανόηση ἐγκλωβισμένη στὴ λογικὴ τῆς ἀνάγκης.
Ἡ ριζικὴ ἀνατροπὴ ἐπέρχεται μὲ τὸν Ζὰκ Λακάν (Jacques Lacan), ὁ ὁποῖος μετακινεῖ τὸ διακύβευμα ἀπὸ τὴ λίμπιντο στὴν κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης ἐπιθυμίας. Μὲ βάση αὐτὴ τὴν κατανόηση, ἡ ἐπιθυμία δὲν εἶναι ἁπλῶς βιολογικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ δομεῖται μέσα ἀπὸ τὴ γλῶσσα καὶ στρέφεται ἱδρυτικῶς πρὸς μιὰ θεμελιώδη φαντασίωση, τὴ φαντασίωση τοῦ Ἄλλου (l’Autre).
Μὲ τὸν ὅρο αὐτό, ἂν καὶ δύσκολα κατανοητό, δηλώνεται τὸ σημαῖνον ἐπάνω στὸ ὁποῖο ἀρθρώνεται ἡ φαντασίωση παντοδυναμίας καὶ κυριαρχίας. Ἡ ἐπιθυμία ποὺ καθορίζεται ἀπὸ αὐτὴ τὴ φαντασίωση ἀναζητᾶ τροφὲς ποὺ ἔχουν γεύση κυριαρχίας: συσσώρευση πλούτου, ἐπίδειξη ἰσχύος, καθυπόταξη τῆς βούλησης τῶν ἄλλων. Οἱ τροφὲς αὐτὲς ἐπεκτείνονται καὶ στὸ ἐπίπεδο τῶν ἰδεῶν: ναρκισσιστικὴ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ, προκρούστεια ἀντιμετώπιση τῆς πραγματικότητας, σενάρια τελικῆς ἐπικράτησης.
Μὲ τὶς τροφὲς αὐτοῦ τοῦ μενοῦ δὲν ἐπέρχεται χορτασμός. Ἀντιθέτως, ἐντείνεται τὸ αἴσθημα τῆς πείνας καὶ τῆς συγκρουσιακῆς σχέσης μὲ τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ὁποία τὸ ὑποκείμενο δύσκολα ξεφεύγει. Ἡ νευρωτικὴ ἐμμονὴ εἶναι ἰσχυρή. Ὡστόσο, ὑπὸ κάποιες συνθῆκες ἡ ἐπιθυμία εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπελευθερωθεῖ καὶ νὰ μπεῖ σ’ ἕνα εἶδος διέλευσης τῆς θεμελιώδους φαντασίωσης (la traversée du fantasme). Τὸ πέρασμα αὐτὸ συνιστᾶ τὴν ποιητικὴ τῆς ἐπιθυμίας. Τότε ἡ ἐπιθυμία ἀρχίζει ν’ ἀναζητᾶ ἄλλες τροφές, ποὺ δὲν ἔχουν τὴ γεύση τῆς κυριαρχίας, ἀλλὰ τὴ γεύση τῆς συμφιλίωσης μὲ τὸ πεπερασμένο καὶ τὸ ἐφήμερο τῆς ὕπαρξης.

