Τὸ Ἰλαρὸν Φῶς τοῦ Στέλιου Ράμφου

Ἡ εἴδηση τοῦ θανάτου τοῦ Στέλιου Ράμφου ἐπανέφερε στὴ μνήμη κάποιες παλιὲς σκέψεις καὶ ἀναγνώσεις. Ἀπὸ τὴν ἀριστερὰ τῆς νεότητάς του, στὴν ἑλληνοκεντρικὴ περίοδο τῶν ἐπόμενων δεκαετιῶν καὶ, ἀργότερα, στὴν ἔμφαση στὴν ἐξατομίκευση. Ὑπῆρχε ὅμως καὶ κάτι ποὺ ἐπέμενε, πέρα ἀπὸ τὶς μετατοπίσεις αὐτές: ἕνα αἴτημα μετοχῆς τοῦ προσώπου σὲ μιὰ ζῶσα καθολικότητα. Σὲ αὐτὴ τὴν ἀναλαμπή, σὲ αὐτὸ τὸ Ἰλαρὸν Φῶς, ἐστιάζω τὸ ἐνδιαφέρον μου στὸ παρὸν σημείωμα.

Δὲν θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω ἀπὸ κάποια ἀριστερὴ σκοπιά, τὴν ὁποία συνολικὰ ἀμφισβήτησε καὶ ἐγκατέλειψε, ὅπως αὐτὴ ἀποτυπώνεται στὸ Μαρτυρία καὶ Γράμμα (1984). Τὸ 1963, στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο, τὸ ὁποῖο ὑπῆρξε ἱδρυτικὸ γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Φοιτητικὴ Ἕνωση Ἑλλάδος (ΕΦΕΕ), ὁ Ράμφος εἶχε πρωταγωνιστικὸ ρόλο στὴ διαμόρφωση τοῦ νέου φοιτητικοῦ θεσμοῦ καὶ συνδέθηκε μὲ τὴ σύνταξη τοῦ καταστατικοῦ του. Ἡ ἀμφισβήτηση ποὺ ἀκολούθησε, λίγα χρόνια ἀργότερα, δὲν ἀφοροῦσε μόνο ζητήματα πολιτικῆς πρακτικῆς. Στὸ βάθος της βρισκόταν ἕνα βαθύτερο φιλοσοφικὸ ἐρώτημα: μὲ ποιὸν τρόπο πρέπει νὰ κατανοήσουμε τὴ σχέση τῆς συνειδήσεως μὲ τὶς ὑλικὲς καὶ κοινωνικὲς συνθῆκες μέσα στὶς ὁποῖες διαμορφώνεται;

Δὲν θὰ μιλήσω οὔτε ἀπὸ τὴν ἑλληνοκεντρικὴ σκοπιά, τὴν ὁποία ὑπηρέτησε ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ’70, ἀπὸ τὸν Τόπο Ὑπερουράνιο (1975) μέχρι τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’80, κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία κειμένων τῆς ἀρχαίας, τῆς βυζαντινῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς νεώτερης ἑλληνικῆς γραμματείας. Ὁ στόχος του δὲν ἦταν ἁπλῶς νὰ ἀναδείξει ἕνα αἴτημα μετοχῆς σὲ μιὰ καθολικὴ ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ —καὶ ἐδῶ βρίσκεται, κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ προβληματικὸ σημεῖο τοῦ ἐγχειρήματος ἐκείνης τῆς περιόδου— νὰ κατανοήσει μιὰ ὁλόκληρη παράδοση, τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, ὡς ἐνσάρκωση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας, ἱκανὴ νὰ ἀντιπαρατεθεῖ τόσο πρὸς ἕναν ἀριστερὸ διεθνισμό, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε ἰδιαίτερη ἐπιρροὴ στὴ μεταπολιτευτικὴ Ἑλλάδα, ὅσο, κυρίως, πρὸς ἕναν πολιτισμὸ τῆς Δύσεως, ὁ ὁποῖος ταυτιζόταν, στὸ πλαίσιο τοῦ λόγου του, μὲ τὴν τεχνικὴ κυριαρχία καὶ τὴν ἀτομικὴ αὐτάρκεια.

Πολὺ περισσότερο, δὲν θὰ μιλήσω ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῆς ἐξατομίκευσης ποὺ ἐγκαινίασε τὴ δεκαετία τοῦ ’90 καὶ ἔθεσε, μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, στὴν ὑπηρεσία μιᾶς φιλελεύθερης ἀντίληψης γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία. Μὲ τὴ μετατόπισή του αὐτὴ δὲν ἐγκατέλειψε τὸ αἴτημα τῆς μετοχῆς τοῦ προσώπου στὴν καθολικότητα. Ἐκεῖνο ποὺ ἄλλαξε ἦταν ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόταν τὴν ἐνσάρκωση αὐτῆς τῆς καθολικότητας. Ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση, ποὺ στὴν προηγούμενη περίοδο εἶχε ἀναδειχθεῖ σὲ προνομιακὸ φορέα της, ἀρχίζει πλέον νὰ ἀντιμετωπίζεται κριτικά, ὄχι μόνον ὡς ἱστορικὴ κληρονομιά, ἀλλὰ καὶ ὡς πιθανὸ ἐμπόδιο στὴν ἀνάπτυξη τοῦ προσώπου, ἐξαιτίας τῶν ἀγκυλώσεων καὶ τῶν ἀντιστάσεων ποὺ ἄρχισε νὰ ἐντοπίζει στὴν παράδοση.

Αὐτὴ ἡ νέα ὀπτικὴ διατρέχει ἤδη τὶς παραδόσεις του ἀπὸ τὸ 1992–93, ἀφιερωμένες στὸν Φαίδρο καὶ σὲ κείμενα τῆς Φιλοκαλίας, καὶ ἀποτυπώνεται σὲ ἔργα ὅπως Ὁ Καημὸς τοῦ Ἑνὸς (2000) καὶ Τὸ Ἀδιανόητο Τίποτα (2007). Ὡστόσο, ἡ μετατόπιση αὐτὴ ἔφερε μαζί της καὶ μιὰ νέα, ἐξίσου προβληματικὴ σύνδεση. Ἐνῶ ὁ νεωτερικὸς ἀστικὸς κόσμος προηγουμένως ἀποτελοῦσε ἀντικείμενο κριτικῆς, ἀναδεικνύεται τώρα σὲ φορέα τῆς ἐξατομίκευσης καὶ, διὰ μέσου αὐτῆς, σὲ δυνάμει φορέα τῆς καθολικότητας.

Θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω σὰν τὸ εἰκοσάχρονο χωριατόπαιδο ποὺ, στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’90, στὸ Πνευματικὸ Κέντρο Ἀθηνῶν, χωνόταν μέσα σ’ ἕνα μεγάλο, ἀστικὸ ἀκροατήριο, ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν παρατηρήσει προσεκτικὰ ἐπὶ ἕνα δίωρο κάθε φορά: ὄρθιος, κρατώντας κάποια μικρὰ χαρτιὰ μὲ πυκνογραμμένες σημειώσεις, νὰ κλιμακώνει τὴν ἑρμηνεία ἑνὸς κειμένου. Ἀκροατὴς καὶ ἀναγνώστης του, ποὺ ἀπὸ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’90 καὶ γιὰ ἀρκετὰ χρόνια εἶχε τὴν εὐχαρίστηση νὰ γίνει καὶ συνομιλητής του.

Μέσα ἀπὸ τὶς πτυχὲς αὐτῆς τῆς ἐπικοινωνίας θέλω νὰ ξεχωρίσω μιὰ ἀναλαμπή, τὸ Ἰλαρὸν Φῶς, ποὺ συχνὰ ἐπανερχόταν, παρὰ τὶς πολλὲς σκιὲς ποὺ τὸ περιέβαλλαν καὶ συχνὰ τὸ συγκάλυπταν, ἀναμειγνυόμενο μὲ τὶς προβληματικὲς ἱστορικὲς καὶ πολιτισμικὲς συνδέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἐπιχειροῦσε κατὰ καιροὺς νὰ τὸ ἐξηγήσει καὶ νὰ τὸ θεμελιώσει. Δὲν πρόκειται μόνον γιὰ τὸ ὁμώνυμο ἔργο του (Ἰλαρὸν Φῶς τοῦ κόσμου, 1990), στὸ ὁποῖο ἡ ἔννοια αὐτὴ ἀποτυπώνεται μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια, ἀλλὰ γιὰ κάτι ποὺ διατρέχει, σὲ διαφορετικὲς μορφές, μιὰ σειρά ἀπὸ ἄλλα κείμενά του. Τὸ συναντῶ, γιὰ παράδειγμα, στὸ δοκίμιό του Ἀστραπὴ τῶν Ἐσχάτων (στὸ Χρονικὸ ἑνὸς καινούργιου χρόνου, 1996), ὅπου ὁ Ράμφος κάνει λόγο γιὰ τὴ δυνατότητα τῆς διανοίξεως τοῦ προσώπου πρὸς τὴ ζῶσα καθολικότητα, ἡ ὁποία, μέσα σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἀτέρμονης ροῆς τῆς ἱστορίας, μπορεῖ νὰ μεταβάλλει τὴν ἱστορία σὲ ζωὴ τοῦ τέλους.

Αὐτὸ τὸ Ἰλαρὸν Φῶς, μαζί μὲ κάποιες ἄλλες ἀναγνώσεις καὶ συναντήσεις, μὲ βοήθησε, χρόνια ἀργότερα, νὰ φτάσω στὸ Ἀδύναμο Φῶς. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιὰ θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τὸν Στέλιο Ράμφο, ἀκούγοντας τὴν εἴδηση τοῦ θανάτου του. Σὰν νὰ τὸν καλῶ καὶ πάλι. Καὶ σὰν, ὕστερα ἀπὸ λίγα δευτερόλεπτα, τὸν ἦχο τῆς κλήσης νὰ διαδέχεται ξανὰ ὁ ἦχος τῆς οἰκείας του φωνῆς.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *