Στὰ τελευταῖα κεφάλαια τοῦ Βιβλίου τοῦ Ἰώβ (κεφ. 38–42) ἐκτυλίσσεται μία ἀπὸ τὶς πιὸ δυνατὲς στιγμὲς τῆς βιβλικῆς ἀφηγήσεως. Ο Ἰώβ ζητᾶ νὰ μιλήσει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζητήσει ἐξηγήσεις γιὰ τὰ δεινά του. Πράγματι, στὸ τέλος, μέσα ἀπὸ ἕναν ἀνεμοστρόβιλο, αἰσθάνεται ὅτι συνομιλεῖ μαζί του.
Ἡ ἀπάντηση ποὺ λαμβάνει δὲν εἶναι ὅτι τὰ βάσανά του ὀφείλονται σὲ κάποια δική του ἐνοχή, ὅπως ὑποστήριζαν οἱ φίλοι του, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ μία ἐπιβεβαίωση τοῦ αἰτήματός του νὰ δικαιωθεῖ. Δὲν μαθαίνει ἂν ἔχει ἄδικο ἢ δίκιο. Μόνον ἐρωτᾶται ἂν μπορεῖ νὰ κυβερνήσει τὰ ἄστρα ἢ νὰ ὑποτάξει τὰ τέρατα καὶ τὰ ἄγρια πλάσματα τῆς φύσης. Ο κόσμος παρουσιάζεται ὡς μία πραγματικότητα μὲ ἰσχὺ καὶ βάθος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μετατραπεῖ σὲ ἐργαλεῖο τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης ἢ λογικῆς. Ἀποκαλύπτεται μία δύναμη ποὺ, σὲ τελευταία ἀνάλυση, δὲν εἶναι χειραγωγήσιμη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, οὔτε μὲ μαγικὲς οὔτε μὲ ἠθικὲς φαντασιώσεις.
Μία τέτοια ἀναγνώριση, λέγει ὁ Karl Jaspers (Καρλ Γιάσπερς), εἶναι δυνατόν νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ μία «ὁριακὴ κατάσταση» (Grenzsituation): σὲ μία κατάσταση ὅπου συνειδητοποιεῖ ὅτι ἡ πραγματικότητα τοῦ κόσμου ξεπερνᾷ τὶς φαντασιώσεις κυριαρχίας του. Καὶ τότε εἶναι ποὺ ὁ Ἰὼβ ἀναγνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι παρὰ «χῶμα καὶ στάχτη».

