Μορφές εξάρτησης: Η ελληνική οικονομία και κοινωνία από το 1980 έως σήμερα

Παραγωγή, κοινωνική ανισότητα και πολιτικός αυταρχισμός πριν το 1980

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, η Ελλάδα διέθετε μια υπαρκτή, αν και περιορισμένη, παραγωγική δραστηριότητα, η οποία συνυπήρχε με βαθιές κοινωνικές ανισότητες. Στη γεωργία υπήρχαν καλλιεργητές που μόχθούσαν για την επιβίωσή τους, αλλά και μεγάλοι γαιοκτήμονες που κατείχαν εκτεταμένες εκτάσεις και συγκέντρωναν το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου. Στο εμπόριο δίπλα στους μικρούς επαγγελματίες και τους ανθρώπους που πάλευαν να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους εισόδημα, υπήρχαν ισχυροί έμποροι που έλεγχαν σημαντικά τμήματα της αγοράς και είχαν τη δυνατότητα να συσσωρεύουν πλούτο. Στη βιοτεχνία και τη μεταποίηση λειτουργούσαν εργαστήρια, μηχανουργεία, υποδηματοποιίες, επιπλοποιίες και μικρές παραγωγικές μονάδες, που εξασφάλιζαν εργασία και εισόδημα σε χιλιάδες οικογένειες. Παράλληλα, υπήρχαν και βιομηχανικές επιχειρήσεις, σε κλάδους όπως η κλωστοϋφαντουργία, η μεταλλουργία, η τσιμεντοβιομηχανία και η επεξεργασία τροφίμων, οι οποίες συνέβαλαν στην απασχόληση και στην παραγωγή, με τα οφέλη της οικονομικής δραστηριότητας να κατανέμονται προκλητικά άδικα ανάμεσα στους ιδιοκτήτες, τους εργαζομένους και την κοινωνία. Υπήρχε, επομένως, μια παραγωγική βάση, με τις αδυναμίες και τις δυνατότητές της, αλλά και μια άνιση κατανομή της ιδιοκτησίας και των καρπών της εργασίας.

Η κοινωνική αυτή ανισότητα συνυπήρχε με ένα περιβάλλον πολιτικού αυταρχισμού, όπου η ελευθερία της έκφρασης και η δυνατότητα δημόσιας αμφισβήτησης περιορίζονταν, ενώ ο φόβος μπορούσε να αποτρέπει ακόμη και την απλή διατύπωση μιας διαφορετικής γνώμης. Η Ελλάδα εκείνης της εποχής ήταν μια χώρα όπου η παραγωγική δραστηριότητα συνυπήρχε με την κοινωνική αδικία και όπου η οικονομική ανισότητα συνδεόταν με τον πολιτικό αυταρχισμό.

Ευρωπαϊκή ένταξη, οικονομική εξάρτηση και κοινωνικές αντιφασεις

Από το 1974 και κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και εξής υπήρξαν διαδικασίες εκδημοκρατισμού, οι οποίες συνοδεύτηκαν από την αλλαγή του οικονομικού πλαισίου της χώρας. Η Ελλάδα εντάχθηκε σταδιακά σε ένα κοινό οικονομικό και εμπορικό, ευρωπαϊκό πλαίσιο. Με αυτό μπορεί η χώρα να μην υπέγραψε πουθενά την καταστροφή της ελληνικής παραγωγής, άλλαξε όμως τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή λειτουργούσε. Η δυνατότητα του κράτους να προστατεύει επιλεκτικά την εγχώρια παραγωγή μέσω δασμών περιορίστηκε, ενώ η κοινή εμπορική πολιτική καθόριζε τις σχέσεις με τις τρίτες χώρες. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχασε τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματός της με την ένταξή της στην Ευρωζώνη και την υιοθέτηση του ευρώ. Από εκείνο το σημείο και μετά, η χώρα δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιεί την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος ως εργαλείο αποκατάστασης της ανταγωνιστικότητας.

Οι εξελίξεις αυτές δεν αφορούσαν μόνο στην Ελλάδα· αφορούσαν σε όλες τις χώρες που συμμετείχαν στο νέο πλαίσιο. Η διαφορά ήταν ότι οι ισχυρότερες οικονομίες βρίσκονταν σε καλύτερη θέση για να τις αξιοποιήσουν. Για την Ελλάδα σήμαιναν σταδιακή αποδυνάμωση της παραγωγικής της ισχύος. Σήμερα, η βιομηχανία από το 22% του ΑΕΠ που κατείχε τη δεκαετία του ’70 έχει πέσει στο 13–14%, η γεωργία από το 17% υποχώρησε κάτω από το 4%, ενώ χιλιάδες βιοτεχνίες έκλεισαν. Αντί γι’ αυτές, ενισχύθηκαν άλλες δραστηριότητες: ο τουρισμός, η εστίαση, το εμπόριο και οι υπηρεσίες γενικότερα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ενισχύθηκαν αυτές οι δραστηριότητες, αλλά ότι ενισχύθηκαν χωρίς η Ελλάδα παράλληλα να διαθέτει μια ισχυρή παραγωγική βάση που να στηρίζει την οικονομική της αυτονομία.

Όταν η ανάπτυξη βασίζεται υπερβολικά σε δραστηριότητες χαμηλότερης παραγωγικότητας και εποχικής απασχόλησης, η εγχώρια παραγωγή δεν καλύπτει επαρκώς τη ζήτηση για προϊόντα. Η Ελλάδα αναγκάζεται να αγοράζει από το εξωτερικό. Οι εισαγωγές δεν είναι από μόνες τους πρόβλημα· καμία σύγχρονη οικονομία δεν παράγει τα πάντα στο εσωτερικό της. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μια χώρα, ενώ εισάγει πολλά προϊόντα, ταυτόχρονα δεν πραγματοποιεί αντίστοιχες εξαγωγές, ώστε να χρηματοδοτεί αυτές τις εισαγωγές με διατηρήσιμο τρόπο. Για παράδειγμα, το 2025, οι ελληνικές εισαγωγές από τη Γερμανία ανήλθαν περίπου στα 9,44 δισ. ευρώ, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία σε περίπου 3,67 δισ. ευρώ, διαμορφώνοντας το εμπορικό έλλειμμα στα 5,77 δισ. ευρώ.

Καθώς η οικονομία γινόταν όλο και πιο εξαρτημένη, εμφανίστηκαν παράλληλα ορισμένες εξωτερικές χρηματοδοτικές ροές, προκειμένου να υπάρξει κάποιο αντιστάθμισμα. Η Ελλάδα έγινε αποδέκτης πόρων και πακέτων από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα εισέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά πού κατευθύνονται και τι παράγουν. Χρηματοδοτούν επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα κι ενισχύουν δίκαια την κοινωνική ευημερία; Ή καταλήγουν, σε σημαντικό βαθμό, να στηρίζουν δραστηριότητες των πιο επιτήδειων, χωρίς επαρκή παραγωγική αναβάθμιση;

Σήμερα, η Ελλάδα συμμετέχει σε μία από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες οικονομικές ενώσεις του κόσμου, φέροντας όμως μια μεγάλη αντίφαση. Υπάρχουν πολίτες που διαθέτουν περιουσία, επιχειρήσεις ή πρόσβαση σε δραστηριότητες υψηλής απόδοσης και μπορούν να επωφελούνται από τον τουρισμό, το εμπόριο, τα ακίνητα, την πώληση υπηρεσιών, τις επενδύσεις ή τις επιδοτήσεις. Υπάρχουν, όμως, και πολίτες που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από έναν χαμηλό μισθό ή σύνταξη του δημόσιου —ή ακόμη χειρότερα, του ιδιωτικού— τομέα, για τους οποίους η πραγματικότητα είναι σκληρή. Αμείβονται με τα κριτήρια μιας φτωχής οικονομίας, ενώ καλούνται να πληρώνουν για κατοικία, εστίαση, αγαθά και υπηρεσίες σε τιμές που πλησιάζουν εκείνες των πλουσιότερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Με άλλα λόγια: παλιά υπήρχε αυταρχισμός και ανισότητα. Σήμερα, ο πολιτικός αυταρχισμός υποχώρησε. Ωστόσο, η ανισότητα, αν και γενικώς αμβλύνθηκε, σε κάποιες περιτπώσεις συνεχίσει να υφίσταται έντονα.

Προτάσεις αντιμετώπισης

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, κάποιοι υποστηρίζουν: «Γίνετε παραγωγικοί στους τομείς από τους οποίους εξαρτάστε». Με ανοιχτά οικονομικά σύνορα, όμως, ευκολότερα πετάει ο γάιδαρος παρά κατορθώνει μια χώρα να αναπτύξει παραγωγικές δραστηριότητες απέναντι σε ανταγωνιστές που διαθέτουν ήδη το κεφάλαιο, την τεχνογνωσία, την κλίμακα και τα οργανωμένα δίκτυα. Η παραγωγικότητα δεν είναι απλώς ζήτημα θέλησης· είναι και ζήτημα των όρων μέσα στους οποίους καλείσαι να παράγεις.

Κάποιοι άλλοι προτείνουν να κλείσουν τα οικονομικά σύνορα. Μα τότε ανακύπτουν άλλα προβλήματα: ακριβότερα προϊόντα, αυξημένο κόστος παραγωγής, πιθανή απώλεια χρηματοδοτήσεων και επιβάρυνση εκείνων που ήδη δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Μπορεί η ελληνική κοινωνία να αντέξει μια τέτοια μετάβαση; Η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στους βολεμένους, που έχουν προφανείς λόγους να υπερασπίζονται τη σημερινή κατάσταση. Βρίσκεται και σε πλήθος αδικημένων, οι οποίοι δεν ζητούν κατ’ ανάγκην την ανατροπή της, αλλά ένα μεγαλύτερο μερίδιο από τα οφέλη της. Εξαρτώνται από όσα το υπάρχον σύστημα εξακολουθεί να τους προσφέρει, έστω και ανεπαρκώς, και φοβούνται ότι η ανατροπή του θα τους στερήσει ακόμη κι αυτά. Έτσι, και οι άνθρωποι που πλήττονται από τη λειτουργία του συστήματος γίνονται οι φορείς της διαιώνισής του.

Η ανατροπή απαιτεί ένα άλλο είδος ανθρώπων: ανθρώπους ικανούς να συνδέσουν το ατομικό τους όφελος με την παραγωγική δημιουργία και τη δίκαιη κοινωνική συμμετοχή, αποδεχόμενοι ακόμα και κάποιες στερήσεις που απαιτεί η αποδέσμευση από τις σημερινές μας εξαρτήσεις. Το ζήτημα δεν είναι αν θα περιμένουμε να εμφανιστούν, αλλά αν μπορούμε να οικοδομούμε συνεχώς τις συνθήκες της εμφάνισης και της δράσης τους.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *