Ζητήματα ἐνηλικίωσης: Γιὰ τὴν οὐσία τῆς διαμάχης τοῦ Μαρωνίτη μὲ τὸν Ἰωάννου

Ἡ διαμάχη τοῦ Δημήτρη Μαρωνίτη μὲ τὸν Γιῶργο Ιωάννου εἶναι παλιά. Ξεκίνησε τὸ 1977, ὅταν ὁ Μαρωνίτης, μὲ τὴ διάλεξή του ὑπὸ τὸν τίτλο “Ἐπαρχιακὴ λογοτεχνία: ἐρωτήματα καὶ ἀπορίες” καὶ μὲ σχετικὲς ἐπιφυλλίδες, ἔκρινε ἀρνητικὰ τὴν πεζογραφία τοῦ Γιώργου Ἰωάννου. Ὁ Ἰωάννου ἀπάντησε καὶ μέχρι τὸν θάνατό του τὸ 1985, δὲν σταμάτησε νὰ ἐπανέρχεται, ὅπως για παράδειγμα μὲ τὸ κείμενό του “Εἰς ἑαυτόν”, τὸ ὁποῖο περιλαμβάνεται στὴ συλλογὴ Ἡ πρωτεύουσα τῶν προσφύγων (1984). Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπανέρχομαι κι ἐγὼ σὲ αύτὴ, δὲν γίνεται στὸ πλαίσιο ἑνὸς ἐνδιαφέροντος νὰ φωτιστεῖ ἕνα φιλολογικὸ ζήτημα. Ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ἀναδεὶξω τὸ βαθύτερο ζήτημα ποὺ τὴ διαπερνᾶ καὶ νὰ δείξω τὸν θεμελιῶδη χαρακτήρα του γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.

Ὁ Μαρωνίτης δίνοντας τὴ διάλεξή του, δήλωνε ὅτι οἱ ὅροι “ἐπαρχία” καὶ “ἐπαρχιακὸς” ποὺ χρησιμοποιεῖ δὲν ἐνέχουν κάποια ἀξιολογικὴ πρόθεση: “δηλώνουν, ἁπλὰ καὶ οὐδέτερα, τὴν ἐμμονὴ ὁποιοδήποτε τεχνίτη σὲ ἕνα σύστημα ἀνθρωπογεωγραφίας”. Ὡστόσο, ἡ ἀξιολογικὴ πρόθεση ὑπάρχει καὶ δὲν ἀργεῖ νὰ φανεῖ, ὅταν γράφει ὅτι ἡ ἀφήγηση τοῦ Ἰωάννου “παρουσιάζει κάποια ἐλλείμματα τόλμης στὸν χειρισμὸ κρίσιμων θεμάτων καὶ τρόπων τῆς ἐπαρχιακῆς ζωῆς καὶ ἐμπειρίας, ποὺ ἐδῶ μεταφράζονται σὲ δίχτυ ἀσφαλείας”. Ὁ ἐπαρχιακὸς χαρακτήρας, ὅπως τὸν ἐκπροσωπεῖ ὁ Ἰωάννου, συνδέεται μὲ μία νοοτροπία ποὺ, ἐνῶ παρουσιάζει φυγόκεντρα στοιχεῖα, ὑποχωρεῖ τελικὰ πρὸς ὄφελος μίας ἀκίνδυνης, σύγχρονης μορφῆς χρηστοήθειας καὶ φρόνησης. Γιὰ τὸν Μαρωνίτη, ὅλα αὐτὰ συνιστοῦν τὴν ἀπουσία οὐσιαστικῆς ἐνηλικίωσης τοῦ Ἰωάννου μὲ τὸ νόημα τῆς ἀδυναμίας μετασχηματισμοῦ τοῦ βιώματος σὲ συνειδητὴ ρήξη.

Ὅσο κι ἄν ὁ Μαρωνίτης προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀποποιηθεῖ, είναι φανερὸ ὅτι ὅλα αὐτὰ σαφῶς καὶ ἐνέχουν ἀξιολογικὴ πρόθεση. Ἀπὸ τὴ στιγμή ποὺ αὐτὴ ἀναγνωρίζεται, τίθεται τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἀναμολόγητης ἀφετηρίας της. Ὁ Ἰωάννου στὸ τελευταῖο του Φυλλάδιο (7-8, 1985) ἀναρωτιόταν: “ἀλλά ἐναντίον μου γιατί στράφηκε καὶ μάλιστα ἔτσι ἐπιθετικά; Ὅλοι αὐτὸ μὲ ρωτοῦν. Κι ἐγὼ δὲν ξέρω τί νὰ τοὺς ἀπαντήσω. Ὑποθέτω ἁπλῶς. Ὑποθέτω φθόνο, ὑποθέτω, κατὰ τὴ φαντασία του, ἀνταγωνισμὸ γιὰ τὰ συμπρωτευουσιανικὰ πρωτεῖα, ὑποθέτω πλέγματα, παλαιὰ καὶ βαθιὰ ἀντιπάθεια πρός τὸ πρόσωπό μου”.

Ἐνδεχομένως, κάτι ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἴσχυε. Ἂν ὅμως σταθοῦμε σὲ αὐτά, κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε μιὰ πολὺ πιὸ ἐνδιαφέρουσα διάσταση τῆς ἀφετηρίας, καθὼς αὐτὴ μπορεῖ ν’ ἀναζητηθεῖ ὄχι μόνο στὴν προσωπικὴ σχέση, ἀλλὰ καὶ στὸν πνευματικὸ καὶ ἱστορικὸ ὁρίζοντα, μέσα στὸν ὁποῖο ἐντάσσεται ἡ κριτική. Ἡ διάσταση αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνει ὁρατὴ, ἂν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι ὁ Μαρωνίτης καὶ ὁ κύκλος μέσα στὸν ὁποῖο βρισκόταν δὲν ἦταν κάποιοι ἀμέτοχοι παρατηρητὲς οὔτε τῆς Θεσσαλονίκης οὔτε τοῦ εὐρύτερου ἱστορικοῦ καὶ κοινωνικοῦ τους περιγύρου. Ἦταν ἄνθρωποι μιᾶς συγκεκριμένης πνευματικῆς γενιᾶς, μὲ σαφεῖς ἀριστερὲς, πολιτικὲς ἀναφορές. Εἶχαν τὶς παρέες τους, τὰ περιοδικά τους, τὶς ἐφημερίδες τους, τὶς πανεπιστημιακές τους διαδρομές, τὶς ἀντιλήψεις τους γιὰ τὸ τὶ σημαίνει πρόοδος καὶ τὶ ἀπαιτεῖ αὐτὴ ἀπὸ τὴ σύγχρονη λογοτεχνία.

Ὁ Ἰωάννου ἐνοχλοῦσε ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἀνταποκρινόταν σὲ αὐτὲς τὶς ἀπαιτήσεις. Ἔχει τὴν ἐμπειρία τῆς Κατοχῆς, τοῦ Ἐμφυλίου, τῆς φτώχειας, ἀλλὰ δὲν φτιάχνει ποτέ κάποιο ἡρωικὸ πορτραῖτο. Οὔτε γιὰ τὸν ἑαυτό του οὔτε γιὰ τὰ πρόσωπα τῶν ἀφηγήσεών του. Ὁ Ἰωάννου κοιτάζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κοντά. Τόσο κοντά, ὥστε νὰ φαίνονται καὶ οἱ σκοτεινὲς περιοχὲς ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ τὶς μεγάλες ἰδέες. Ἐδῶ βρίσκεται ἴσως τὸ πιὸ ἐνοχλητικό στοιχεῖο τῆς γραφῆς του. Δὲν χαρίζει καθαρότητα σὲ κανέναν. Οὔτε σὲ δεξιούς, ἀλλὰ οὔτε καὶ σὲ ἀριστερούς. Ὁ ἠττημένος μπορεῖ νὰ εἶναι γενναιόψυχος, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ μικρόψυχος. Ὁ κατατρεγμένος μπορεῖ νὰ κουβαλάει μέσα του πόνο, ἀλλὰ μπορεῖ καὶ φθόνο. Κοιτάζοντας τὸν ἑαυτό τους στὸν καθρέφτη, εὔκολα βλέπουν σὲ αὐτὸν τὴν εἰκόνα ἑνὸς ἥρωα, ἀλλὰ δύσκολα βλέπουν ἢ δὲν θέλουν νὰ δοῦν καὶ τὸ σκατὸ ποὺ κουβαλοῦν. Ὁ Ἰωάννου έπιμένει ἀκριβῶς ἐκεῖ: νὰ τὸ δεῖ. Δὲν εἶναι τυχαῖο, ἄλλωστε, ὅτι ἕνα ἀπὸ τά ἀγαπημένα του πεζογραφήματα, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε συνεχῶς πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἦταν τὸ “Ξεσκάτωμα”.

Ἀπέναντι στὴν ἀνάγκη δημιουργίας μιᾶς ναρκισσιστικῆς εἰκόνας τοῦ ἑαυτοῦ βρίσκεται ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐγγενοῦς εἰρωνείας τῆς πραγματικότητας. Aὐτὴ τὴν εἰρωνεία θέλει νὰ φέρει στὴν ἐπιφάνεια ὁ Ἰωάννου, διαλέγοντας μικρές, συχνὰ ἀσήμαντες γωνιές κι ἐπιμένοντας σὲ αὐτές: “Θὰ μοῦ πεῖ ἴσως κανείς· “Καί γιατί ἀσχολεῖσαι μέ τή Θεσσαλονίκη τόσο; Ἔχεις τόσα χρόνια πού ζεῖς στὴν Ἀθήνα”. Θὰ ἀσχοληθῶ καί μέ τήν ᾿Αθήνα, ἀλλὰ τὴ Θεσσαλονίκη τὴ νιώθω καλύτερα. Θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω καὶ γιὰ ἄλλους πολλοὺς τόπους, μὰ θὰ κατέληγα στὶς γενικότητες αὐτές ποὺ βλέπω καὶ σιχαίνομαι. Σαλιαρίσματα καὶ ἀρλοῦμπες… Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καὶ οἱ ἰδέες, συλλαμβάνεται μέσα σὲ στενὸ χῶρο. Ἐκεῖ στὸ στενὸ χῶρο παραδίδεται. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν συλλάβεις, πρέπει νὰ κατέχεις τὶς ἰδιαιτερότητες τοῦ χώρου. Κι ἐγώ κυρίως – λέω κυρίως – τό χῶρο τῆς Θεσσαλονίκης κατέχω. Ἐκεῖ θὰ συλλάβω τὸν ἄνθρωπο καὶ θὰ τὸν χτυπήσω κάτω σὰν χταπόδι, ὥσπου νὰ ξεράσει τὰ μυστικά του”.

Ἡ διαμάχη, ἔτσι, φαίνεται νὰ ἀποκτᾶ ἕνα βαθύτερο νόημα. Ἀφορᾶ στὴ διαρκὴ πάλη ἀνάμεσα στὸ δέλεαρ μιᾶς ναρκισσιστικῆς εἰκόνας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ στὴ σκληρὴ δουλειὰ νὰ φανoῦν οἱ ρωγμές της. Ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιδίωξαν τὴ δραματικὴ σύγκρουση μὲ τὸ παρελθὸν ἴσως νὰ ἦταν κι ἐκεῖνοι ποὺ παρέμειναν καθηλωμένοι στὰ ὅρια τῆς δικῆς τους ἡρωικῆς αὐτοεικόνας. Ὁ Ἰωάννου, ἀντίθετα, μὲ τὸν δικό του τρόπο, φέρνοντας δηλαδὴ στὴν ἐπιφάνεια τὴν εἰρωνεία ποὺ αὐτὸ ἔκρυβε, ἴσως νὰ ὑπηρέτησε μιὰ βαθύτερη ἐνηλικίωση: τὴ συμφιλίωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *