Ἡ πολιτικὴ σκηνὴ λειτουργεῖ ὡς ἕνα ἀδιάκοπο παιχνίδι κέρδους ἢ ἀπώλειας ἐπικοινωνιακοῦ κεφαλαίου. Ὅταν μία πολιτικὴ φιγούρα ἐπισκέπτεται ἕναν τόπο ὅπως τὸ Ἅγιο Ὄρος, συνήθως δὲν ἀποτελεῖ ρωγμὴ σὲ αὐτὸ τὸ παιχνίδι, ἀλλὰ ἐπιβεβαίωσή του. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ ἐκείνους ποὺ τὸ γνωρίζουν λίγο πιὸ μέσα ἀπὸ τὴ βιτρίνα, δὲν ἐκπροσωπεῖ κάποια ρωγμὴ σὲ αὐτὸ τὸ παιχνίδι, ἀλλὰ σὲ γενικὲς γραμμὲς ἀποθέωσή του. Ὅσο ἡ κοινωνικὴ ζωὴ παραμένει αἰχμάλωτη στὸ παιχνίδι τῆς κυριαρχίας, δύσκολα μποροῦν νὰ φανοῦν ρωγμὲς στὴν πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ζωή. Καθὼς ὅμως αὐτὲς οἱ ρωγμὲς παραμένουν ἕνα ζητούμενο, σημειώνω κάποιες σκέψεις πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση.
Τὸ παιχνίδι τῆς κυριαρχίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθεῖ στὴν κοινωνικὴ ζωή. Ἐγγράφεται στὶς σχέσεις μας καὶ στὴν εἰκόνα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μετατοπιστεῖ εἶναι ἡ προσκόλληση σὲ αὐτό. Νὰ μπορῶ νὰ συμμετέχω σε αὐτὸ χωρὶς νὰ τοῦ παραδίδω ὁλόκληρο τὸ μέτρο τῆς ζωῆς μου. Ὅταν ἡ κυριαρχία δὲν καταλαμβάνει πλέον ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντα, δημιουργεῖται χῶρος γιὰ πράγματα ποὺ δὲν μετριοῦνται μὲ τὰ δικά της κριτήρια.
Στὴν ἀρχὴ φαίνονται ἁπλῶς σὰν κάτι ποὺ κάνει τὸ παιχνίδι ἠπιότερο. Γιὰ παράδειγμα, ὅσο ἡ κυριαρχία ἀποτελεῖ ἀπόλυτο ὅρο τῆς ἀξίας μου, ἕνα πλήγμα ἀποκτᾶ ἀβάσταχτη βαρύτητα. Ἄν μετατοπιστεῖ ἡ προσκόλληση, τὸ πλήγμα δὲν ἐξαφανίζεται. Παραμένει πλήγμα. Αὐτὸ ποὺ ἀλλάζει εἶναι τὸ μέγεθός του. Παύει νὰ εἶναι κάτι ἀπόλυτο καὶ ἡ αἴσθηση τοῦ πόνου γίνεται πιὸ ἤπια.
Ἀλλὰ ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι μόνο τὸ πρῶτο στάδιο. Γιατί ὅσο αὐξάνονται οἱ ἐμπειρίες ποὺ δὲν ὑπακούουν στοὺς ὅρους τοῦ παιχνιδιοῦ, τόσο περισσότερο ἀμφισβητεῖται ἡ ἰδέα ὅτι αὐτοὶ οἱ ὅροι εἶναι οἱ μόνοι δυνατοί. Μία διαφορετική χειρονομία, μία διαφορετικὴ σχέση μποροῦν νὰ ἀλλάξουν σταδιακὰ τὸ ἴδιο τὸ μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο διακρίνουμε τί ἔχει ἀξία. Ἔτσι ἡ μετατόπιση μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει ὄχι μόνο σ’ ἕνα ἠπιότερο παιχνίδι κυριαρχίας, ἀλλὰ σὲ μία σταδιακὴ ἐκτόπισή του ἀπὸ τὴ ζωή μας.
Οἱ σκέψεις αὐτές, νομίζω, συναντοῦν τὴ σκέψη δύο συγγραφέων, στοὺς ὁποίους μοῦ ἀρέσει νὰ ἀναφέρομαι καὶ νὰ αἰσθάνομαι οἰκειότητα. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Γιῶργος Ἰωάννου. Στὶς ἀφηγήσεις του ὑπάρχει συχνὰ ἕνα μικρό, ἑτερόκλητο ἢ παράταιρο στοιχεῖο ποὺ εἰσέρχεται μέσα σε μία διαμορφωμένη κατάσταση. Δὲν τὴν ἀνατρέπει κατ’ ἀνάγκην. Ὡστόσο, τὴ διαταράσσει καὶ σπάει τὸν ἀπόλυτο χαρακτήρα της.
Κάτι παρόμοιο βρίσκω καὶ στὸν Walter Benjamin. Ἡ ρωγμὴ δὲν εἶναι μία ἐπανάσταση ποὺ καταστρέφει τὸ ὑπάρχον. Τὸ παιχνίδι τῆς κυριαρχίας ἔχει τὴν δική του ἀκολουθία: κέρδος καὶ ἀπώλεια, ἀνταγωνισμὸς καὶ νίκη, ἥττα καὶ νέα διεκδίκηση. Ὅμως μία διαφορετικὴ χειρονομία, ὅπως τὴν προσεγγίζει ὁ Benjamin, εἰσάγει κάτι ποὺ δὲν ὑπηρετεῖ αὐτὴν τὴν ἀκολουθία. Γίνεται ρωγμὴ ποὺ κάθε φορὰ ἀναστέλλει αὐτὴν τὴν ἀκολουθία καὶ ἀφήνει νὰ φανεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἡ μόνη δυνατή.
Ὅσο ἡ ἁλυσίδα τοῦ παιχνιδιοῦ τῆς κυριαρχίας δουλεύει ἀδιάκοπα καὶ ἐπιβεβαιώνεται συνεχῶς μὲ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν γύρω μας, ρωγμὲς μὲ αὐτὸ τὸ νόημα θὰ παραμένουν τὸ ζητούμενο τόσο γιὰ τὴν κοινωνικὴ ζωὴ ὅσο καὶ γιὰ τὴν πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ζωή, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀνατροφοδότηση ποὺ μποροῦν νὰ προσφέρουν ἡ μία στὴν ἄλλη.

