Ο Μεσσιανισμὸς τοῦ Βάλτερ Μπένγιαμιν: ἡ ρήξη μὲ τὸν Μαρξ καὶ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Ἀντόρνο

Τὸ 1933 ὁ Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin) ἄφησε πίσω του τὴ Γερμανία καὶ πῆγε στὸ Παρίσι, καθὼς ἡ σκιά τοῦ ναζισμοῦ σκέπαζε τὴ χώρα, συνειδητοποιώντας πὼς ὁ τόπος του δὲν ἦταν πλέον ἀσφαλὴς γιὰ ἕναν Ἑβραῖο διανοούμενο. Ὡστόσο, τὸ Παρίσι δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας τόπος που βρῆκε καταφύγιο· σὰν νὰ τὸν καθήλωνε σὲ αὐτὸ καὶ τὸ ἔργο του γιὰ τὶς Στοές (Passagenwerk), τὸ ὁποῖο εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ τὸ 1927. Στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’30 τὸ σχέδιο ἄρχισε νὰ ἀποκτᾷ πιὸ συγκεκριμένη μορφή. Τὸ 1938 ὁ Benjamin ὑπέβαλε στὸ Zeitschrift für Sozialforschung ἕνα μέρος αὐτῆς τῆς ἐργασίας μὲ τὸν τίτλο Τὸ Παρίσι τῆς Δεύτερης Αὐτοκρατορίας στὸν Charles Baudelaire (1821–1867), τὸ ὁποῖο ἀντλοῦσε τὴν ἔμπνευσή του ἀπὸ τὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Σαρλ Μπωντλαίρ Ἄνθη τοῦ Κακοῦ (Les Fleurs du mal).

Παγιδευμένος στὰ γρανάζια μιᾶς γραφειοκρατίας ποὺ γινόταν ἀργὰ καὶ σταθερά θηλιά, ἔμεινε στὸ Παρίσι μέχρι ποὺ ἡ γερμανική εἰσβολὴ στὴ Γαλλία, τὴν ἄνοιξη τοῦ 1940, ἔκανε τὸν κίνδυνο ἄμεσο. Ἀναχώρησε γιὰ τὴ Λούρδη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴ Μασσαλία. Ἐκεῖ συνάντησε γιὰ τελευταία φορὰ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς φίλους του, ὅπως ἡ Χάνα Ἄρεντ καὶ ὁ Ζίγκφριντ Κρακάουερ. Ἀπὸ τὴ Μασσαλία πῆρε τὸ τρένο για τὸ Πορτ-Βάντρ (Port-Vendres) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κατευθύνθηκε στὸ Μπανιούλ-συρ-Μέρ (Banyuls-sur-Mer). Μαζὶ μὲ μὶα ὁμάδα ἄλλων πολιτικῶν προσφύγων ἔφτασε τὸ ἀπόγευμα τῆς 26ης Σεπτεμβρίου στὴν παραθαλάσσια κωμόπολη Πόρτμποου (Portbou), στὰ σύνορα Καταλονίας καὶ Γαλλίας.

Ὁ Benjamin διέθετε βίζα για τὴν Ἰσπανία καὶ γιὰ τὶς ΗΠΑ. Ἔλειπε μόνον ἡ σφραγίδα ἐξόδου ἀπὸ τὴ Γαλλία. Ἡ ἀστυνομία τὸν ὁδήγησε ὑπὸ ἐπιτήρηση σὲ κάποιο ξενοδοχεῖο, μὲ τὴ διαταγὴ νὰ ἐπιστρέψει πίσω τὸ ἑπόμενο πρωί. Ἔνιωσε τὸν κλοιὸ νὰ ἔχει κλείσει. Τὸ βράδυ τῆς 26ης Σεπτεμβρίου 1940 ὁ Benjamin πέθανε στὸ Πόρτμποου. Ἡ καθιερωμένη ἱστορικὴ ἐκδοχὴ κάνει λόγο γιὰ αὐτοκτονία ἀπὸ ὑπερβολικὴ δόση μορφίνης, ἂν καὶ μεταγενέστερες ἀφηγήσεις ἔχουν ἀφήσει ἀνοιχτὰ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὶς ἀκριβεῖς συνθῆκες τοῦ θανάτου του.

Ὁ Walter Benjamin εἶχε γεννηθεῖ στὶς 15 Ἰουλίου 1892 στὸ Βερολίνο, σὲ μιὰ εὔπορη ἀστικὴ ἑβραϊκὴ οἰκογένεια. Σπούδασε φιλοσοφία καὶ ἱστορία τῆς τέχνης στὰ πανεπιστήμια τοῦ Φράιμπουργκ, τοῦ Μονάχου καὶ τοῦ Βερολίνου. Ἡ ἰδιοσυγκρασία του τὸν ὤθησε στοὺς Γερμανοὺς Ρομαντικοὺς καὶ τὴ σύνταξη μιᾶς διδακτορικῆς διατριβῆς τὸ 1919 μὲ θέμα Ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς τῆς τέχνης στὸν γερμανικό Ρομαντισμό. Ταυτόχρονα, ἤδη ἀπὸ τὸ 1915 γνωρίστηκε μὲ τὸν σχεδὸν συνομήλικό του Γκέρσομ Σόλεμ, ὁ ὁποῖος τὸν ὤθησε στὴ μελέτη τῆς Καμπάλα καὶ τῆς μυστικῆς παράδοσης τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ.

Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὸ 1921 βρῆκαν ἔκφραση στὸ δοκίμιο Για τὴν κριτικὴ τῆς βίας (Zur Kritik der Gewalt), τὸ πρῶτο σημαντικό του ἔργο ποὺ ἀπέκτησε εὐρύτερη ἀναγνωσιμότητα. Ἐδῶ παρουσιάζεται μία πρώτη ἔκφραση τῆς μεσσιανικῆς σκέψης του. Σὲ αὐτὴ ὑπάρχει μία συγγένεια μὲ τὸν μαρξισμὸ, ἡ ὁποία ἔγκειται στὴν ἀπομυθοποίηση τῆς οὐδετερότητας τοῦ δικαίου καὶ τὴν κριτική του ὡς μορφῆς ἐπιβολῆς. Τὸ δίκαιο ὅπως τὸ γνωρίζουμε δὲν διατηρεῖται ἁπλῶς μέσω τῆς βίας, ἀλλὰ ἱδρύεται μέσω τῆς βίας.

Ὡστόσο, σὲ αὐτὸ τὸ κείμενο μπορεῖ νὰ ἐντοπιστεῖ καὶ ἡ ρήξη τοῦ Μπένγιαμιν μὲ τὸν ὀρθόδοξο μαρξισμό. Ἐνῶ ὁ μαρξισμὸς συνέδεε τὴ λύτρωση μ’ ἕναν τελεολογικὸ ντετερμινισμό, ὁ Μπένγιαμιν ἀπορρίπτει κατηγορηματικὰ τὴν ἰδέα ὅτι ἡ λύτρωση εἶναι τὸ ἀναγκαῖο ἀποτέλεσμα μιᾶς ἱστορικῆς νομοτέλειας. Ἡ λύτρωση δὲν ἔρχεται ἐπειδὴ θὰ ὡριμάσουν οἱ ὑλικοὶ ὅροι. Ἀπὸ πολιτικὸ πρόγραμμα γίνεται δίψα γιὰ μιὰ πράξη («θεϊκὴ βία») ποὺ θὰ σπάσει τὸν κύκλο τῆς μυθικῆς βίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ μεσσιανικότητα τοῦ Benjamin γίνεται ἀρχικῶς ἕνας ἀρνητικός μεσσιανισμός: μιὰ ἱστορικὴ συνείδηση ποὺ διαβάζει τὰ ἐρείπια τῆς ἱστορίας ὡς σημεῖα μιᾶς ἀνεκπλήρωτης ὑπόσχεσης. Αὐτὸ ἀποτυπώνεται τὸ 1925 καὶ στὴ διατριβὴ Ἡ καταγωγὴ τοῦ γερμανικοῦ πένθιμου δράματος. Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία του τὸ γερμανικὸ Μπαρὸκ δράμα τοῦ 17ου αἰώνα ἀποτυπώνει ἕναν κόσμο, ὁ ὁποῖος μὲσω τῆς ἀλληγορίας του ὡς «κρανίου τόπος» δὲν ὁδηγεῖ σε μιὰ τελικὴ συμφιλίωση, ἀλλὰ στὴν ἐπίμονη ἀναζήτησή της μέσα ἀπὸ τὴν παρακμὴ. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα διαμορφώνεται καὶ ἡ σκέψη τοῦ Ἀντόρνο.

Κι ἐνῶ οἱ δύο στοχαστές συμπορεύονται ὡς πρὸς αὐτὴ τὴ μεσσιανική ἀντίληψη, στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’20 στὴ σκέψη τοῦ Benjamin συνέβη μιὰ ἀποφασιστικὴ μετατόπιση. Τί εἶχε μεσολαβήσει; Ὁ Μπένγιαμιν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1924 γνώρισε στὸ Κάπρι τὴν Ἄσια Λάτσις (Asia Lacis). Ἡ Λάτσις, γεννημένη στη Λετονία τὸ 1891, εἶχε ζήσει ἀπὸ κοντὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 καὶ ἀνῆκε στὸν πυρήνα τῆς σοβιετικῆς πρωτοπορίας (Μαγιακόφσκι, Αϊζενστάιν, Μέγερχολντ). Τὸ 1918, δουλεύοντας σὲ ὀρφανοτροφεῖο στὸ Ὀρέλ, προσπάθησε νὰ ζωντανέψει τὰ ἀπαθὴ παιδιὰ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ὄχι κάνοντας μαζί τους μία τυπικὴ θεατρικὴ παράσταση, ἀλλὰ μετατρέποντας τὴν προετοιμασία της σε συμμετοχή τους σ’ ἕναν θεατρικὸ αὐτοσχεδιασμό. Ἡ Λάτσις μετέφερε αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες στὸν Benjamin, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ Πρόγραμμα για ἕνα προλεταριακὸ παιδικὸ θέατρο, δίνοντας θεωρητικὸ ὑπόβαθρο στὴ «στιγμὴ» ποὺ «πραγματικότητα καὶ παιχνίδι ἀναμειγνύονται μέχρι νὰ γίνουν ἕνα».

Ἡ σύλληψη ὅτι μέσα στὴ στιγμὴ κρύβεται ἡ δυνατότητα μιᾶς ἀπρόβλεπτης ἐμπειρίας ἀποτυπώνεται καὶ στὸ κείμενο γιὰ τὴ Νάπολη (1926), ὅπου ἡ σκληρὴ ἀπολίθωση δίνει τὴ θέση της στὴν πορώδη πέτρα τῶν στοῶν καὶ τῶν σκαλιῶν, ὅπου «ἕνας σπόρος Κυριακῆς εἶναι κρυμμένος σε κάθε ἐργάσιμη ἡμέρα». Ἡ μετατόπιση αὐτὴ διαπερνᾷ τὸν Μονόδρομο (1928), τὸν Σουρεαλισμὸ (1929) καὶ τὸ ἔργο γιὰ τὶς Στοές (Passagenwerk).

Ὅσο οἱ δημοσιεύσεις αὐτὲς γίνονταν χωρὶς τὴν ἄμεση ἐποπτεία τοῦ Ἰνστιτούτου Κοινωνικῶν Ἐρευνῶν, δὲν ὑπῆρχε ἰδιαίτερο πρόβλημα. Ὡστόσο, ὁ Benjamin ἀπομονωμένος στὸ Παρίσι καὶ ὑπὸ ὁλοένα δυσκολότερες οἰκονομικὲς συνθῆκες εἶχε φτάσει νὰ ἐξαρτᾷ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ τὴ δυνατότητα συνέχισης τοῦ ἔργου του ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ποὺ τοῦ παρεῖχαν τὰ μέλη τοῦ Ἰνστιτούτου, τὰ ὁποία ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1930 εἶχαν πλέον ἐγκατασταθεῖ στὶς Ἡνωμένες Πολιτείες. Τὸ 1938 ἐπιχείρησε νὰ δημοσιεύσει στὸ Zeitschrift für Sozialforschung τὸ κεφάλαιο για τὸν Baudelaire καὶ τὸν πλάνητα (flâneur). Καὶ τότε  ἦταν ποὺ οἱ διαφορές του μὲ τὰ μέλη τοῦ Ἰστιτούτου ἔγιναν πλέον ἀνοιχτές. Ὁ Benjamin ἀναγνώριζε στὶς στοὲς καὶ στὸ πλῆθος ὄχι μόνον τὴν ἀλλοτρίωση τῆς μοντέρνας πόλης, ἀλλὰ καὶ στιγμὲς ἐκστατικῆς, ἀκόμη καὶ οὐτοπικῆς ἐμπειρίας. Τὰ μέλη τοῦ Ἰνστιτούτου ἀντέδρασαν. Για τὸν Ἀντόρνο, ὁ καπιταλιστικός πολιτισμὸς εἶναι ἕνα ὁλοκληρωτικὸ σύστημα κυριαρχίας· ἡ λύτρωση ὑπάρχει σὲ αὐτὸν μόνον ὡς ὑπόσχεση, ἐνῶ κάθε λάμψη ὁμορφιᾶς μέσα σε αὐτὸν δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἀπατηλὴ φαντασμαγορία. Ὑποκύπτοντας σὲ αὐτὴ τὴν κριτικὴ, ὁ Benjamin ἀναγκάστηκε νὰ ἀναθεωρήσει τὸ διορθωμένο κείμενο τοῦ 1939 (Ὁρισμένα Μοτίβα στὸν Μπωντλαίρ), τονίζοντας ἀποκλειστικὰ τὴν ἀπανθρωπιὰ καὶ τὴ βία τῆς σύγχρονης πόλης.

Ὡστόσο, λίγο πρὶν φύγει τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1940 ἀπὸ τὸ Παρίσι γιὰ τὸ μοιραῖο ταξίδι, εἶχε ἐμπιστευτεῖ στὸν Ζωρζ Μπατάιγ ἕναν ὄγκο χειρογράφων, τὰ ὁποῖα μεταξύ ἄλλων περιεῖχαν καὶ τὶς Θέσεις γιὰ μιὰ Φιλοσοφία τῆς Ἱστορίας, οἱ ὁποῖες δημοσιεύτηκαν σ’ ἕναν τόμο ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1942 μὲ τὸν τίτλο Σὲ ἀνάμνηση τοῦ Walter Benjamin. Στὶς Θέσεις ὁ Benjamin ἐπανέρχεται στὸ θέμα τῆς μεσσιανικῆς ἔλευσης. Σὲ αὐτὲς δὲν μιλάει γιὰ κάποια ντετερμινιστικὴ κατάληξη μιᾶς γραμμικῆς συνέχειας. Οὔτε μιλάει γιὰ μιὰ ἀνεκπλήρωτη ὑπόσχεση μέσα στὰ ἐρείπια καὶ τη βαρβαρότητα τῆς ἱστορίας. Μιλάει γιὰ μιὰ ἰσχνὴ μεσσιανικὴ δύναμη, ἕνα ἀδύναμο φῶς, μέσα σε κάθε γενιά, ὅπου τὸ κάθε δευτερόλεπτο τοῦ χρόνου μπορεῖ νὰ γίνει «ἡ μικρή πύλη, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ προβάλει ὁ Μεσσίας».

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *