Ὁ Ἰσίδωρος εἶχε κατέβει στὴν τραπεζαρία. Τοποθετοῦσε τὰ πιάτα μὲ τὸ φαγητό, τὰ μαχαιροπήρουνα, τὸ ψωμὶ καὶ περίμενε νὰ τελειώσει ὁ Ἑσπερινός, νὰ χτυπήσει τὸ καμπανάκι καὶ νὰ μποῦν μοναχοὶ καὶ προσκυνητὲς νὰ φᾶνε.
Ἡ τραπεζαρία εἶχε δύο μεγάλα τραπέζια, ἕνα δεξιὰ κι ἕνα ἀριστερά, ποὺ τὸ καθένα χωροῦσε ἀπὸ πενῆντα ἄτομα. Στὸ δεξὶ κάθονταν οἱ προσκυνητὲς καὶ στὸ ἀριστερὸ οἱ μοναχοί. Ὁ Ἰσίδωρος, ἐπειδὴ δὲν ἀνῆκε οὔτε στους μὲν οὔτε στους δέ, εἶχε πάρει τὴν ἄδεια, ἀφοῦ κάθονταν ὅλοι, νὰ κάθεται δίπλα στὸν τελευταῖο μοναχό.
Ὑπῆρχε ἕνας μοναχὸς ποὺ ἐρχόταν σχεδὸν πάντα ἀργοπορημένος. Τὸ καμπανάκι εἶχε χτυπήσει, ἡ εὐχὴ εἶχε εἰπωθεῖ κι ἐκεῖνος ἐμφανιζόταν ὕστερα ἀπὸ λίγο. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὶς ἀκολουθίες, ὅταν βέβαια πήγαινε σὲ αὐτές. Ὅταν ἐρχόταν στὴν τραπεζαρία, τοὺς ἔβρισκε ὅλους καθισμένους. Ἔτσι καθόταν ἀναγκαστικὰ δίπλα στὸν Ἰσίδωρο.
Μιὰ μέρα ὁ Ἰσίδωρος πληροφορήθηκε ὅτι ὁ μοναχὸς εἶχε παραπονεθεῖ στὸν ἡγούμενο. Περίμενε πὼς ὁ ἡγούμενος θὰ τοῦ ἔλεγε νὰ ἔρχεται στὴν ὥρα του. Δὲν τοῦ τὸ εἶπε. Εἶπε στὸν Ἰσίδωρο πὼς, ὅταν κάθεται στὸ ἀριστερὸ τραπέζι, δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ κάθεται δίπλα στὸν τελευταῖο μοναχό, ἀλλὰ νὰ πηγαίνει στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ, δέκα θέσεις πιὸ πέρα. Ἔτσι, ὅταν θὰ ἔρχεται ὁ ἀργοπορημένος μοναχός, νὰ κάθεται ἐκεῖνος δίπλα στὸν τελευταῖο μοναχό.
Εἶχαν μάθει στὸν Ἰσίδωρο νὰ λέει: «Νὰ ’ναι εὐλογημένο». Κι αὐτὸ εἶπε. Δὲν ρώτησε γιατί. Τὴν ἑπόμενη μέρα ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπαν. Ὅταν ἦρθαν οἱ μοναχοί, κάθισαν ὅλοι μαζί. Οἱ προσκυνητὲς ἀπέναντί τους, ὅλοι μαζί κι αὐτοί. Κι ἐκεῖνος, στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ, μόνος. Ἔβαζε μὲ δυσκολία κάποια μπουκιὰ στὸ στόμα καὶ τοὺς ἔβλεπε.
Κάποτε εἶχε ἀκούσει τὸν ἡγούμενο νὰ μιλᾶ για τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔλεγε πὼς δὲν εἶναι ἡ δύναμη ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἰσχυρὸ ἀπέναντι στοὺς ἄλλους. Εἶναι δύναμη ποὺ φανερώνεται μέσα στὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ταπείνωση. Ὁ Ἰσίδωρος τὰ εἶχε ἀκούσει αὐτὰ καὶ τὰ εἶχε κρατήσει μέσα του. Τώρα, στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ, προσπαθoῦσε νὰ καταλάβει τὶ σήμαιναν. Ἤθελε νὰ καταλάβει ἂν αὐτὸ ποὺ ζοῦσε ἦταν μέρος ἐκείνης τῆς ἀλήθειας ποὺ εἶχε ἀκούσει. Αὐτὴ ἦταν ἡ ταπείνωση γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦσε ὁ ἡγούμενος; Καί, ἂν ἦταν, γιατὶ τὴ ζητοῦσαν πάντοτε ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ βρισκόταν στὴν ἄκρη καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς ἐνδιάμεσους ἢ τοὺς κορυφαίους; Δὲν ἀπάντησε. Τὴν ἄλλη μέρα ξαναπῆγε καὶ κάθισε στὴν ἄκρη. Καὶ τὴν ἑπόμενη. Καὶ τὴν ἑπόμενη. Μέχρι νὰ δώσει μιὰ ἀπάντηση.
Ὅταν ἄρχισε νὰ κάθεται στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ, τὸν πρόσεξε κάποιος ἄλλος μοναχός, ὁ πατὴρ Εὐθύμιος. Δὲν ρώτησε νὰ μάθει τὶ εἶχε συμβεῖ. Βλέποντας κατάλαβε. Καὶ τότε ἔγινε τὸ ἑξῆς παράδοξο. Μία ἡμέρα, ἐνῶ ὅλοι εἶχαν καθίσει, πῆγε ὁ Ἰσίδωρος νὰ καθίσει πάλι στὴν ἄκρη μόνος. Διαπίστωσε ὅτι στὴν ἄκρη εἶχε καθίσει ἤδη ὁ Εὐθύμιος. Ἔτσι ὁ Ἰσίδωρος κάθισε δίπλα του. Δὲν ἦταν πιὰ μόνος. Ὅταν τέλειωσε τὸ φαγητὸ καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν τραπεζαρία, ὁ Ἰσίδωρος πλησίασε τὸν Εὐθύμιο καὶ τὸν ρώτησε ἂν αὐτὸ ποὺ ζοῦσε ἦταν μέρος τῆς ἀλήθειας ποὺ εἶχε ἀκούσει. Ὁ πατὴρ Εὐθύμιος τοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν ἦταν ἔκφραση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ παραμόρφωσή της.
Ὁ Ἰσίδωρος δὲν εἶχε πάει ἐκεῖ ἀπὸ ἀνάγκη. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀποφασίσει νὰ ἔρχεται καὶ νὰ διακονεῖ. Μποροῦσε νὰ εἶναι ἀλλοῦ. Δὲν περίμενε τίποτε ἀπὸ κανέναν. Κι ὅταν εἶπε καὶ ὁ ἴδιος στὸν ἑαυτό του ὅτι αὐτὸ ποὺ ζοῦσε δὲν ἦταν ἔκφραση τῆς ἀλήθειας ποὺ εἶχε ἀκούσει, ἀλλὰ ἡ παραμόρφωσή της, ἔφυγε. Ἀθόρυβα, ὅπως εἶχε πάει, ἀφήνοντας πίσω του τὴν τραπεζαρία, τὰ μεγάλα τραπέζια, τοὺς προσκυνητὲς ἀπὸ τὴ μία, τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ κάποιους γέροντες νὰ μιλοῦν γιὰ τὴ χάρη τῆς ταπείνωσης.

