Ἡ τυραννία τῆς πίστας: Τὸ κοινὸ καὶ τὸ κενό της

Ἡ σύγχρονη μαζικὴ κουλτούρα ἱκανοποιεῖ «τὴν ἀπεριόριστη ἀνάγκη για ψευδαισθήσεις ποὺ τρέφει ὁ ἄνθρωπος», καθὼς οἱ μορφές της διαθέτουν τὰ κατάλληλα δομικὰ χαρακτηριστικά. Τὴν ἐπισήμανση αὐτὴ κάνει ὁ Umberto Eco στὸ βιβλίο του Apocalittici e Integrati (1964, ἑλλ. μτφρ. Ἔφη Καλλιφατίδη, Κήνσορες καὶ Θεράποντες, Γνώση, 1987, σ. 104).

Ἕνα χαρακτηριστικὸ πεδίο γιὰ νὰ παρατηρήσει κανεὶς αὐτὴ τὴ διαδικασία εἶναι ἡ σύγχρονη ἑλληνικὴ μαζικὴ μουσικὴ κουλτούρα. Οἱ ἐπιτυχημένοι τραγουδιστὲς ἀποτελοῦν τὰ κεντρικὰ πρόσωπα ἑνὸς ὁλόκληρου μηχανισμοῦ: μεγάλα κέντρα, πίστες, λουλούδια, φῶτα, ποτά, κατανάλωση, σκηνικὴ ὑπερβολὴ συνθέτουν τὸ τελετουργικὸ αὐτῆς τῆς μαζικῆς κουλτούρας.

Μουσικά, πρόκειται γιὰ ἕνα ὑβριδικὸ σύστημα. Τὸ παραδοσιακὸ λαϊκὸ τραγούδι καὶ τὸ ζεϊμπέκικο συναντοῦν τὴν ποπ, τὴν ἡλεκτρονικὴ παραγωγή, τὰ ἔντονα beats καὶ τὴ λογικὴ τοῦ σύγχρονου club. Καλλιτέχνες ὅπως ὁ Γιῶργος Μαζωνάκης λειτούργησαν ὡς φορεῖς αὐτῆς τῆς σύντηξης, συνδυάζοντας τὸ λαϊκὸ ἰδίωμα μὲ μία ἔντονα θεατρική, σκηνικὴ παρουσία. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα εἶδος μουσικῆς εὔκολα ἀναγνωρίσιμο καί, κυρίως, εὔκολα καταναλώσιμο, μὲ τραγούδια ποὺ ἐπιστρέφουν ἐπίμονα στα ἴδια συναισθηματικὰ μοτίβα: τὸν ἔρωτα ὡς ἀπώλεια, ἐγκατάλειψη, ζήλια, πάθος καὶ ἐπιστροφή. Θέλω, χάνω, ὑποφέρω, διεκδικῶ, ἐπιστρέφω, ξαναρχίζω.

Ὡστόσο, τὸ κρίσιμο διακύβευμα δὲν βρίσκεται ἀποκλειστικὰ στη μουσική ἢ στοὺς στίχους καθαυτούς, ἀλλὰ στὴν ἴδια τὴν κοινωνικὴ τοπογραφία τῆς κατανάλωσής τους. Τὰ παραδοσιακὰ «σκυλάδικα» καὶ τὰ λαϊκότροπα πάλκα τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου ἔδωσαν σταδιακὰ τὴ θέση τους στὴ βιομηχανία τῆς μεγάλης πίστας, ἡ ὁποία ἑδραιώνεται ἀπὸ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 σὲ τεράστιους ναοὺς πολυτέλειας καὶ κὶτς αἰσθητικῆς κατὰ μῆκος τῆς Λεωφόρου Συγγροῦ, τῆς παραλιακῆς, τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ καὶ τῆς Πειραιῶς. Ἄνθρωποι ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρο φάσμα κοινωνικῶν στρωμάτων συναντοῦνται σὲ αὐτοὺς τοὺς χώρους μέσα σὲ ἕνα κοινὸ τελετουργικό: τραγούδι, ποτό, ἐκτυφλωτικὰ φῶτα, ἐπιδεικνυόμενα σώματα. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον, ὁ καθένας μπορεῖ, ἔστω προσωρινά, νὰ γίνει πρωταγωνιστὴς μιᾶς μικρῆς προσωπικῆς μυθολογίας. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐπανέρχεται ἡ παρατήρηση τοῦ Eco: ἡ μαζικὴ κουλτούρα δὲν εἶναι ἁπλῶς «χαμηλὴ» κουλτούρα οὔτε οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὴν καταναλώνουν εἶναι ἁπλῶς παθητικὰ θύματά της. Εἶναι ταυτόχρονα ἕνας μηχανισμὸς ἔκφρασης καὶ διαμόρφωσης τῆς ἐπιθυμίας. Ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλλοτρίωσή της;

Ἡ ἐπιθυμία δὲν γεννιέται ἀπὸ μία κατάσταση πληρότητας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἔλλειψη. Στὴ μὴ ἀλλοτριωμένη της κίνηση, ἐπιδιώκει τὴν ἱκανοποίηση συμφιλιωμένη μὲ τὰ ὅριά της. Ἡ ἀλλοτριωμένη ἐπιθυμία, ἀντίθετα, δὲν ἀντέχει κανενὸς εἴδους τέτοια συμφιλίωση· ἀναζητᾶ νευρωτικὰ τὴν παραμυθία της σὲ φαντασιώσεις παντοδυναμίας καὶ ὑπεροχῆς. Ἀρνεῖται τὸ ὅριο καὶ ἀπαιτεῖ ἕναν κόσμο στὸν ὁποῖο αὐτὸ καταργεῖται. Αὐτὸ φαίνεται νὰ ὑποδεικνύουν οἱ βασικοὶ ἐκφραστὲς αὐτῆς τῆς κουλτούρας καί αὐτὸ ἀναζητοῦν οἱ καταναλωτές της. Ἴσως γι’ αὐτὸ ἡ μαζικὴ μουσικὴ κουλτούρα ἔχει τέτοια δύναμη: προσφέρει μία σκηνοθεσία στὴν ὁποία τὸ ὑποκείμενο τῆς ἔλλειψης φαντασιώνεται τὸν ἑαυτό του στὴ θέση τῆς ἀπόλυτης κυριαρχίας.

Στὸν ἀντίποδα αὐτῆς τῆς λογικῆς, ὅσες φορὲς ἡ καλλιτεχνικὴ ἔκφραση ἀντιστάθηκε, ὁ μύστης ἀρνήθηκε νὰ καταφύγει σὲ φαντασιώσεις μεγαλείου. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἀναγνώρισε τὸν ἑαυτό του ἀκριβῶς στὸν τόπο τῆς ἔλλειψης. Ἡ ναρκισσιστικὴ θέαση —ἡ ὁποία τροφοδοτεί μία ἀέναη συγκρουσιακὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο— ἔδωσε τη θέση της σὲ μία ἄλλη δυνατότητα: στὴν ἀποδοχὴ τῆς ὕπαρξης χωρὶς τὴν καταφυγὴ σὲ μυθολογίες κυριαρχίας. Καὶ ἴσως ἡ πραγματικὴ δυνατότητα εὐτυχίας νὰ μὴν βρίσκεται στὴν κατάργηση τῆς ἔλλειψης, ἀλλὰ στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν τυραννία αὐτῶν τῶν μυθολογιῶν.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *