Ο Παπαδιαμάντης σχεδὸν σὲ κάθε διήγημά του σκιαγραφεῖ τοπία ἢ πρόσωπα ἀπὸ τὴν καθημερινὴ πραγματικότητα τῆς Σκιάθου ἢ τῆς Ἀθήνας στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα. Ὡστόσο, ὁ ἀπώτερος στόχος του δὲν εἶναι μία ἁπλὴ σκιαγράφηση, ἀλλὰ τὸ στήσιμο τοῦ σκηνικοῦ ἑνὸς μικροῦ ἢ μεγάλου δράματος, προκειμένου ἡ ἀφήγησή του νὰ φθάσει νὰ ἀγγίξει τὶς δομικὲς πτυχὲς τοῦ ἀνθρωπίνου βιώματος. Μέσα σχεδὸν σὲ ὅλες τὶς ἀφηγήσεις του οἱ ἥρωες ἐμφανίζονται νὰ εἶναι φορτωμένοι μ’ ἕνα βάρος. Τὸ ξετύλιγμα τῆς ἀφήγησης ἀποτυπώνει κάθε φορὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐπιχειρεῖται ἡ ὑπέρβαση ἢ ἡ ἐλάφρυνσή του.
Στὸν Ρεμβασμὸ τοῦ Δεκαπενταύγουστου ὁ Παπαδιαμάντης ξεκινᾷ μὲ τὴν περιγραφὴ μιᾶς βορειοδυτικῆς ἀκτῆς τοῦ νησιοῦ, στὴν ὁποία «ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς» σωζόταν ἕνας μικρὸς ναός, ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Ἐκεῖ τὴν ἑσπέραν τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186…, εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου κι ἔμπροσθεν μιᾶς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει δίπλα, ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἐκάπνιζε κ᾿ ἐρρέμβαζεν, ἕνας ἄνδρας πενηνταπέντε ἐτῶν, τὸν ὁποῖον ὁ Παπαδιαμάντης ἀποκαλεῖ «φιλέρημον γέροντα», ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας.
Ποιὸ εἶναι τὸ βάρος ποὺ σηκώνει ὁ φιλέρημος γέροντας; Εἶναι γόνος μιᾶς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας τοῦ νησιοῦ, ποὺ εἶχε πολλὰ κτήματα, ὅμως τὰ χρόνια ποὺ προηγήθηκαν καὶ οἱ διάφορες ἀντιξοότητες στὴ σοδειὰ τὸν ὁδήγησαν σὲ ἀπανωτοὺς δανεισμούς, ποὺ τώρα ἀπειλοῦν ὅλη αὐτὴ τὴν περιουσία. Κι ὅμως, δὲν εἶναι τόσο αὐτὸ ποὺ τὸν βαραίνει. Εἶναι παντρεμένος καὶ τὰ χρόνια ποὺ προηγήθηκαν ἀπέκτησε ἑπτὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα γεννήθηκαν ἀνάμεσα σὲ ἀπανωτοὺς χωρισμοὺς καὶ συμφιλιώσεις. Καὶ τώρα εἶναι πάλι μόνος, ἀλλὰ οὔτε κι αὐτὸ εἶναι ποὺ τὸν βαραίνει τόσο.
Τότε τί εἶναι; Μία ἀπὸ τὶς κόρες του, ἡ Κούμπω, ὅταν ἐπῆλθε ὁ δεύτερος χωρισμός, ἦταν ὀκτὼ ἐτῶν, καὶ «ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ “κελλί του”, ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας». Τὸ ἴδιο ἔκανε, ὅταν ἐπῆλθε καὶ ὁ τρίτος χωρισμός. Τρεῖς ἡμέρες ὅμως χάθηκε καὶ «τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ». Εἶχε ἀρρωστήσει ἀπὸ τὸν καημό της: «Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!»
Ο Φραγκούλης τὴν ἄλλην ἡμέραν πῆγε στὸ σπίτι του, «ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον». Πεθαίνοντας, ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα της νὰ κάνει λειτουργία στὴν Παναγία «μὲ τὴν μητέρα μαζί».
Ο Φραγκούλης ἀποφασίζει νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία τῆς ἀγαπημένης του κόρης. Ἔτσι, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως, «τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς… καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν». Τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας γίνονται δικά του: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…» καὶ μὲ αὐτὰ ἐπικαλεῖται τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σωτηρία.
Ἐδῶ τελειώνει τὸ διήγημα. Ο Φραγκούλης δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τίποτε ἀπὸ ὅσα συνέβησαν. Δὲν μπορεῖ νὰ φέρει πίσω τὴν ἀγαπημένη του κόρη, οὔτε νὰ ἀναιρέσει τοὺς χωρισμούς, τὶς ἔριδες, τὶς οἰκονομικὲς συμφορές, ὅσα δηλαδὴ συγκροτοῦν τὸ βάρος τοῦ βίου του. Ωστόσο, ο Παπαδιαμάντης, ἀντὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ καταβάλλεται ἀπὸ αὐτό, κάνει κάτι ἄλλο. Τὸν βάζει νὰ βρίσκει τὴ δύναμη νὰ ἐκφράσει τὴν προσωπική του συμφορὰ μὲ μιὰ γλῶσσα ἀρχαιότερη καὶ μεγαλύτερη ἀπὸ τὸν ἴδιο. Τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας γίνονται δικά του λόγια· καὶ μαζί μὲ αὐτὴ τὴ γλῶσσα βρίσκει ἕναν τόπο ὅπου μπορεῖ νὰ σταθεῖ.
Ἐδῶ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἕνας παραλληλισμὸς μὲ κάτι ποὺ λέει ὁ Κλωντ Λεβί-Στρως (Lévi-Strauss) στὸ περίφημο δοκίμιό του L’efficacité symbolique (1949). Ἐξετάζοντας τὴ θεραπευτικὴ λειτουργία τοῦ σαμανικοῦ λόγου, ὁ Lévi-Strauss ὑποστηρίζει ὅτι ἡ θεραπευτικὴ πράξη δὲν λειτουργεῖ μόνο ὅταν μεταβάλλει ἄμεσα τὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ κι ὅταν προσφέρει στὸν πάσχοντα μιὰ συμβολικὴ γλῶσσα, ἱκανὴ νὰ ὀργανώσει καὶ νὰ δώσει ἕνα νόημα ἀποδοχῆς σὲ αὐτὸ ποὺ βιώνεται.
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Φραγκούλη. Ἡ προσωπική του συμφορὰ δὲν ἐξαφανίζεται. Αὐτὸ ποὺ μεταβάλλεται εἶναι ἡ σχέση του μὲ αὐτήν. Τὸ προσωπικό του παράπονο περνᾷ μέσα στὴ γλῶσσα τῆς ὑμνολογίας. Τὸ «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι» δὲν εἶναι πλέον ἁπλῶς ἕνας στίχος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου. Μέσα στὸν ρεμβασμὸ γίνεται ἡ ἴδια ἡ φωνὴ τοῦ Φραγκούλη. Ο ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου γίνεται ἔτσι μιὰ ἰδιότυπη μορφὴ θεραπείας καὶ ἄρσης τοῦ βάρους τῆς ὕπαρξης. Ἡ ἄρση αὐτὴ δὲν σημαίνει ἀπάλειψη τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου νὰ σταθεῖ ἀπέναντί του.

